Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

Βακχείου του Απολλωνιαδίτου

Τι είναι γλώσσα

Γλώσσα είναι ο έναρθρος λόγος με τον οποίον οι άνθρωποι εκφράζουν τις έννοιες, τις σκέψεις, τα νοήματά τους, τα συναισθήματά τους, με την οποίαν συνεννοούνται και χάρις στην οποίαν κυρίως διακρίνονται από όλα τα άλλα ζώα. Είναι αποτέλεσμα μακράς ιστορικής εξέλιξης και η αρχή της αδιευκρίνιστη. Η γλωσσική επεξεργασία και διατύπωση των εννοιών και νοημάτων γίνεται στον εγκέφαλο με την βοήθεια των οργάνων επικοινωνίας.

Ο εγκέφαλος είναι ένα τεράστιο οργανωμένο σύνολο από περίπου 1011 νευροκύτταρα, που κάνουν την επεξεργασία και αποθήκευση των εισερχομένων πληροφοριών. Κάθε νευρώνας συνθέτει μια νέα ιστορία-εικόνα-παράσταση και αυτό το νέο μήνυμα προωθείται. Το νευρικό σύστημα είναι μια τεράστια συσκευή παράλληλης επεξεργασίας, αφού κάθε γραμμή μεταφοράς είναι και ένας επεξεργαστής. Ο εγκεφαλικός φλοιός είναι το τέρμα και η αφετηρία της διαδρομής των παλμών. Στον φλοιό μια νέα κατάσταση συνδυάζεται με αναμνήσεις και ήδη υπάρχουσες σκέψεις. Ο φλοιός παίζει σημαντικό ρόλο στην εκμάθηση και την ανάμνηση.

Γλώσσα είναι η οπτικοακουστική μετάφραση της σκέψης του ομιλούντος ως εξωτερικής, και αντιληπτής από τις αισθήσεις της εσωτερικής αναπαράστασης του ακούοντος. Η ανάπτυξη γλωσσικών ικανοτήτων δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ευφυΐας. Η σκέψη φαίνεται ασύλληπτη και μη αντιληπτή χωρίς την γλώσσα. Όταν ξεκινούμε να διατυπώσουμε μια σκέψη, κάνουμε ένα είδος εσωτερικού διαλόγου, ο οποίος διατυπώνεται με τη χρήση των λέξεων. Οι λέξεις είναι κατά βάση ονόματα, δηλαδή οι διευθύνσεις των εννοιών, ενώ οι προτάσεις παίζουν τον ρόλο περιγραφών δομής, που συσχετίζουν μεταξύ τους έννοιες, για να δημιουργήσουν κάποιο είδος μοντέλου με βάση το συνειρμικό περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Για να περιγράψουμε μια ορισμένη κατάσταση σε άλλους ανθρώπους, δεν αρκεί να προσάψουμε «ονόματα», δηλαδή λέξεις σε διάφορους κόμβους του δικτύου των συνειρμικών σκέψεων, αλλά και να προσαρμόσουμε το νόημα αυτών σε μια κοινή κατανόηση, αποφεύγοντας τα διφορούμενα νοήματα. Αυτή η τυποποίηση του νοήματος των λέξεων, περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη την ταξινόμηση σε μη διφορούμενες κατηγορίες, δηλαδή λογικές κατηγορίες με σαφή γνωρίσματα. Δύο είναι οι περιοχές που ελέγχουν την γλώσσα. Η περιοχή Broca που εστιάζεται συνήθως στον αριστερό μετωπικό λοβό κοντά στην περιοχή του κινητικού φλοιού, που ελέγχει την κίνηση των μυών των χειλιών και χειρίζεται την σύνταξη. Μια βλάβη του οδηγεί σε ασύντακτη, αλλά κατανοητή ομιλία, εφόσον το νόημα εξαρτάται μόνο από την σύνταξη. Η περιοχή Wernicke ελέγχει την κατανόηση της γλώσσας, δηλαδή την σημασιολογία, την ονομασία των πραγμάτων, ονομασία χρωμάτων και επανάληψη προφερόμενων λέξεων. Βλάβη της καταλήγει σε μια γραμματικά ορθή, αλλά χωρίς νόημα ομιλία με αδυναμία κατανόησης των άλλων ανθρώπων.

 

Γλώσσα και οντολογία

Οντολογία αποκαλούμε τη θεωρία περί του είναι, δηλαδή πρώτον τι είναι, και δεύτερο τι σημαίνει και τι είναι να είσαι, σε τι συνίσταται, και κατά τον Αριστοτέλη, η επιστήμη η οποία μελετά το ον ως ον καθώς και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του. Ο Heidegger λέει ότι, η οντολογία ασχολείται με το είναι του όντος και ότι αφορά το ον. Για το ποιες θεωρούμε αληθινές οντότητες, ο B. Russell λέει: είναι τα υπαρκτά αντικείμενα, που συνθέτουν την έσχατη διευθέτηση του κόσμου.

Δεν συνδέονται αναγκαστικά όλες οι οντολογικές έρευνες με τη γλώσσα. Μπορούμε να ορίσουμε τι εννοούμε «ον», δίχως να χρειασθεί να καταφύγουμε σε γλωσσικά εργαλεία. Η μελέτη της γλώσσας, μας οδηγεί αναπόφευκτα στην οντολογία. Θα μπορούσαμε, να θεωρήσουμε πως στη φιλοσοφία, το ζήτημα της οντολογίας βρέθηκε συνδεδεμένο κατά προτεραιότητα με τη γλώσσα από καθαρή συμπτωματικότητα της ιστορίας. Η αντίληψη αυτή κατάγεται από τις γλωσσικές θεωρίες των σοφιστών. Για τον Γοργία, ο λόγος προκύπτει από τις εντυπώσεις που κάνουν πάνω μας τα εξωτερικά πράγματα, δηλαδή τα αισθητά. Μια τέτοια αντίληψη μας φέρνει αντιμέτωπους με σοβαρά παράδοξα. Όπως πίστευε ο Αντισθένης μαθητής του Γοργία που στη συνέχεια συνδέθηκε με τον Σωκράτη λέει: δεν μπορώ να ορίσω τι σημαίνει πράγμα: μπορώ μονάχα να καταδείξω ορισμένες ιδιότητες που διαθέτει. Υπάρχουν και χειρότερα, διότι δεν μπορώ να πω για κάτι τι είναι, ούτε καν ότι τι δεν είναι, όχι μόνο βρίσκομαι εγκλωβισμένος στο παλιό δίλημμα του Παρμενίδη (το ον υπάρχει και το μη ον δεν υπάρχει), αλλά δεν μπορώ καν να διατυπώσω το δεύτερο σκέλος του δίπολου. Τα προβλήματα αυτά, θα οδηγήσουν στη διατύπωση των πλατωνικών θεωριών και γενικότερα της Ελληνικής γλωσσικής φιλοσοφίας. Το αξίωμα που θεωρεί την αλήθεια ως συμφωνία αυτού που εκφωνείται με αυτό που είναι, θα ενδυναμώσει τη σύνδεση της γλώσσας με την οντολογία. Η γλώσσα μιλά για το είναι. Λέμε ότι το χιόνι είναι λευκό. Χρησιμοποιούμε την λέξη χιόνι γι’ αυτό που βλέπουμε να πέφτει. Η λευκότητα όμως τι είναι; Προκειμένου να απαντηθούν τέτοια ερωτήματα, ο μεν Πλάτων, διετύπωσε την θεωρία των ιδεών, ο δε Αριστοτέλης, τη θεωρία των σύμφυτων στα πράγματα μορφών. Ως προς τη θέση της γλώσσας, η γλώσσα δεν είναι κάτι μέσα στον κόσμο και τίποτα άλλο, αλλά εγγράφεται μέσα σε ένα σύμπαν σημαίνον-νοήμον, του οποίου αποτελεί μονάχα μία ιδιαίτερη περίπτωση. Οι γλώσσες θα πρέπει να περιγραφούν ως αυτοοργανομένα και αυτοεξελισσόμενα συστήματα. Πάντοτε τίθεται το ερώτημα: τι τύπους όντων σημαίνουν οι γλωσσικές οντότητες;

Ας πάρουμε την τυπική μορφή μιας πρότασης, έτσι όπως αναπτύχθηκε από τον Πλάτωνα και παγιώθηκε από τον Αριστοτέλη. Έχουμε λοιπόν την κανονική μορφή, Υ(ποκείμενο) είναι Κ(ατηγόρημα). Ας υποθέσουμε πως το καθένα από τα δύο αυτά στοιχεία αντιστοιχεί σε πραγματικότητες. Εάν πρόκειται για τις ίδιες πραγματικότητες, π.χ. το δέντρο είναι δρυς, τότε περιοριζόμαστε σε ταυτοτικές κρίσεις. Εάν πρόκειται για διαφορετικές πραγματικότητες, π.χ. το δέντρο είναι ωραίο, τότε η κάθε μια υπάρχει ξεχωριστά, ανεξάρτητα από την άλλη, πώς να τις συνδέσουμε; Ο Πλάτων επέλυσε αυτό το πρόβλημα, με τη βοήθεια μιας οντολογίας που αντιβαίνει στην διαίσθησή μας. Οι πραγματικότητες, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, είναι ιδέες, οντότητες ολότελα διαφορετικές από τις οντότητες του αισθητού κόσμου, οι οποίες είναι απλώς τα αντίγραφα των ιδεών. Η σύνδεση των ιδεών επιτελείται με την συμμετοχή (μέθεξιν) των πρώτων στις δεύτερες. Σε πλήθος φιλοσόφων η λύση αυτή φάνηκε ολωσδιόλου εξωπραγματική. Η λύση του Αριστοτέλη (η ισοδυναμία του είναι) εκφράζεται στη θεωρία των κατηγοριών και θα τύχει πλούσιου σχολιασμού κατά τη διάρκεια ολόκληρου του μεσαίωνα και μέχρι τις μέρες μας. Το θεμελιώδες σημείο της συλλογιστικής του Αριστοτέλη είναι, πως αυτό που υπάρχει (το ον) λέγεται με πολλαπλούς τρόπους (πολλαπλώς λέγεται): είτε κατά σύμπτωση (κατά συμβεβηκός) είτε ως αληθές (και το μη-ον ως ψευδές), είτε σύμφωνα με τα σχήματα της κατηγοριοποίησης.

Η κατηγοριοποίηση αυτή αντιστοιχεί στην ακόλουθη ταξινόμηση.

Την κατά μηδεμίαν συμπλοκή λεγομένων έκαστον ήτοι ουσίαν σημαίνει ή ποσόν ή ποιόν τι ή πού ή ποτέ ή κείσθαι ή έχειν ή ποιείν ή πάσχειν. Έστι δε ουσία μεν ως τύπω ειπείν οίον άνθρωπος· ίππος, ποσόν δε οίον δίπηχυ, τρίπηχυ· ποιόν δε οίον λευκόν γραμματικόν· προς τι δε οίον διπλάσιον, ήμισυ, μείζον· πού δε οίον εν Λυκείω, εν αγορά· ποτέ δε οίον χθές, πέρισυν· κείσθαι δε οίον ανάκειται, κάθηται· έχειν δε οίον δε υποδέδεται, ώπλισται· ποιείν δε οίον τέμνειν, καίειν· πάσχειν δε οίον τέμνεσθαι, καίεσθαι.

Δηλαδή: Κάθε έκφραση που δεν συμμετέχει σε κανένα συνδυασμό λεγομένων δηλαδή η ουσία-υπόσταση σημαίνει: ή το ποσόν (ποσότητα)· ή το ποιόν (ποιότητα)· ή το ως προς τι (σχέση)· ή το πού (τόπος)· ή το πότε (χρόνος· ή τι θέση στην οποία βρίσκομαι (θέση)· ή την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι (κτήση)· ή το πράττω (ενέργεια)· ή το πάσχω (πάθος). Η υπόσταση, για παράδειγμα, όπως όταν λέμε γενικά «άνθρωπος, ίππος»·•«το ποσόν», για παράδειγμα, όπως «δύο πήχεις τρεις πήχεις»· «το ποιόν», για παράδειγμα, όπως «λευκός, μορφωμένος»· «το ως προς τι», για παράδειγμα, όπως «διπλάσιος, μισός μεγαλύτερος»· «το που», για παράδειγμα, όπως «στο Λύκειο, στην αγορά»· «το πότε», για παράδειγμα, όπως «χθες, πέρυσι»· «τη θέση στην οποία βρίσκομαι», για παράδειγμα, όπως «ξαπλώνομαι», κάθομαι· «την κατάσταση στη οποία βρίσκομαι», για παράδειγμα, όπως «υποδύομαι, είμαι οπλισμένος»· «το πράττω», για παράδειγμα, όπως «κόβω, καίω»· «το πάσχω», για παράδειγμα, όπως «κόβομαι, καίγομαι».

Η κατηγορηματική δομή που υιοθέτησαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, οδήγησαν σε σοβαρές οντολογικές δυσκολίες. Οι δυσκολίες αυτές καθίστανται ανυπέρβλητες, όταν λαμβάνουμε ως σημείο εκκίνησης της προβληματικής μας, μια οντολογία υλιστικού-φυσικού χαρακτήρα όπως έκαναν οι Στωικοί. Π.χ. το δέντρο είναι πράσινο το συνδετικό ρήμα, είναι, ενώ σημαίνει ταυτότητα στην ουσία δεν έχουμε ταυτότητα. Θα έπρεπε να γράψουμε το δέντρο πρασινίζει. Το ρήμα πρασινίζει σημαίνει ένα συμβάν. Για να κατανοήσουμε το οντολογικό καθεστώς, οδηγούμαστε στην περίπλοκη στωική θεωρία του λεκτού, με την έννοια του εκφράσιμου.

Με τη θεωρία του λεκτού, οι Στωικοί όχι μόνον μας προσφέρουν μια πρωτότυπη ανάλυση της γλώσσας, αλλά και μας επιτρέπουν να αναλογιστούμε την οντολογική της αυτονομία. Η αυτονομία αυτή δεν αντιστοιχεί βέβαια σε «κάποιο ον», και τούτο δεν είναι αμελητέο παράδοξο. Ωστόσο πρέπει να παρατηρήσουμε, πως αντιστοιχεί σε βαθύτερη αντικειμενική θέση, σύμφωνα με την οποία το γεγονός πως κάτι σημαίνει, δεν σημαίνει ότι προσθέτει και κάτι στο όν.

Οι κατηγορίες του Αριστοτέλη και η κατηγορηματική σύλληψη της πρότασης.

Ας πάρουμε την τυπική μορφή μιας πρότασης, έτσι όπως αναπτύχθηκε από τον Πλάτωνα και παγιώθηκε από τον Αριστοτέλη. Έχουμε λοιπόν την κανονική μορφή, Υ(ποκείμενο) είναι Κ(ατηγόρημα). Ας υποθέσουμε πως το καθένα από τα δύο αυτά στοιχεία αντιστοιχεί σε πραγματικότητες. Εάν πρόκειται για τις ίδιες πραγματικότητες, π.χ. το δέντρο είναι δρυς, τότε περιοριζόμαστε σε ταυτοτικές κρίσεις. Εάν πρόκειται για διαφορετικές πραγματικότητες, π.χ. το δέντρο είναι ωραίο, τότε η κάθε μια υπάρχει ξεχωριστά, ανεξάρτητα από την άλλη, πώς να τις συνδέσουμε; Ο Πλάτων επέλυσε αυτό το πρόβλημα, με τη βοήθεια μιας οντολογίας που αντιβαίνει στην διαίσθησή μας: οι πραγματικότητες, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, είναι ιδέες (είδος), οντότητες ολότελα διαφορετικές από τις οντότητες του αισθητού κόσμου, οι οποίες είναι απλώς τα αντίγραφα των ιδεών. Η σύνδεση των ιδεών επιτελείται με την συμμετοχή (μέθεξιν) των πρώτων στις δεύτερες. Η μέθεξις είναι ελάχιστα ξεκάθαρη έννοια και σε πλήθος φιλοσόφων η λύση αυτή φάνηκε ολωσδιόλου εξωπραγματική. Η λύση του Αριστοτέλη (η ισοδυναμία του είναι) εκφράζεται στη θεωρία των κατηγοριών και θα τύχει πλούσιου σχολιασμού κατά τη διάρκεια ολόκληρου του μεσαίωνα και μέχρι τις μέρες μας. Το θεμελιώδες σημείο της συλλογιστικής του Αριστοτέλη είναι, πως αυτό που υπάρχει (το ον) λέγεται με πολλαπλούς τρόπους (πολλαπλώς λέγεται): είτε κατά σύμπτωση (κατά συμβεβηκός) είτε ως αληθές (και το μη-ον ως ψευδές), είτε σύμφωνα με τα σχήματα της κατηγορίας, σύμφωνα δηλαδή με τα σχήματα της κατηγόρησης. Οι κατηγορίες αντιστοιχούν στην ακόλουθη ταξινόμηση.

Την κατά μηδεμίαν συμπλοκή λεγομένων έκαστον ήτοι ουσίαν σημαίνει ή ποσόν ή ποιόν τι ή πού ή ποτέ ή κείσθαι ή έχειν ή ποιείν ή πάσχειν. Έστι δε ουσία μεν ως τύπω ειπείν οίον άνθρωπος· ίππος, ποσόν δε οίον δίπηχυ, τρίπηχυ· ποιόν δε οίον λευκόν γραμματικόν· προς τι δε οίον διπλάσιον, ήμισυ, μείζον· πού δε οίον εν Λυκείω, εν αγορά· ποτέ δε οίον χθές, πέρισυν· κείσθαι δε οίον ανάκειται, κάθηται· έχειν δε οίον δε υποδέδεται, ώπλισται· ποιείν δε οίον τέμνειν, καίειν· πάσχειν δε οίον τέμνεσθαι, καίεσθαι.

Ερμηνεία: Οι εκφράσεις που δεν συμμετέχουν σε κανένα συνδιασμό μπορεί να σημαίνουν: την υπόσταση, ή το ποσόν (ποσότητα)· ή το ποιόν (ποιότητα)· ή το ως προς τι (σχέση)· ή το πού (τόπος)· ή το πότε (χρόνος· ή τι θέση στην οποία βρίσκομαι (θέση)· ή την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι (κτήση)· ή το πράττω (ενέργεια)· ή το πάσχω (πάθος). Η υπόσταση, για παράδειγμα, όπως όταν λέμε γενικά «άνθρωπος, ίππος»·•«το ποσόν», για παράδειγμα, όπως «δύο πήχεις τρείς πήχεις»· «το ποιόν», για παράδειγμα, όπως «λευκός, μορφωμένος»· «το ως προς τι», για παράδειγμα, όπως «διπλάσιος, μισός μεγαλύτερος»· «το που», για παράδειγμα, όπως «στο Λύκειο, στην αγορά»· «το πότε», για παράδειγμα, όπως «χθες, πέρυσι»· «τη θέση στην οποία βρίσκομαι», για παράδειγμα, όπως «ξαπλώνομαι», κάθομαι· «την κατάσταση στη οποία βρίσκομαι», για παράδειγμα, όπως «υποδύομαι, είμαι οπλισμένος»· «το πράττω», για παράδειγμα, όπως «κόβω, καίω»· «το πάσχω», για παράδειγμα, όπως «κόβομαι, καίγομαι».

 

Το λεκτόν και η ποικιλότητα της οντολογίας

Η κατηγορηματική δομή που υιοθέτησαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, οδήγησαν σε σοβαρές οντολογικές δυσκολίες. Οι δυσκολίες αυτές καθίστανται ανυπέρβλητες, όταν λαμβάνουμε ως σημείο εκκίνησης της προβληματικής μας, μια οντολογία υλιστικού ή μάλλον «σωματειακού» χαρακτήρα όπως έκαναν οι στωικοί. Π.χ. το δέντρο είναι πράσινο το συνδετικό ρήμα, είναι, ενώ σημαίνει ταυτότητα στην ουσία δεν έχουμε ταυτότητα. Θα έπρεπε να γράψουμε το δέντρο πρασινίζει. Το ρήμα πρασινίζει σημαίνει ένα συμβάν. Για να κατανοήσουμε το οντολογικό καθεστώς, οδηγούμαστε στην περίπλοκη στωική θεωρία του λεκτού, με την έννοια του εκφράσιμου.

Με τη θεωρία του λεκτού, οι στωικοί όχι μόνον μας προσφέρουν μια πρωτότυπη ανάλυση της γλώσσας, αλλά και μας επιτρέπουν να αναλογιστούμε την οντολογική της αυτονομία. Η αυτονομία αυτή δεν αντιστοιχεί βέβαια σε «κάποιο ον», και τούτο δεν είναι αμελητέο παράδοξο· ωστόσο πρέπει όμως να παρατηρήσουμε, πως αντιστοιχεί στη βαθύτερη θέση του αντικειμενισμού, σύμφωνα με την οποία το γεγονός πως κάτι σημαίνει, δεν προσθέτει κάτι στο όν.

 

Η γλωσσική σχετικότητα

Η θέση των Sapir-Whorf. Η γλωσσική σχετικότητα είναι ένα ζήτημα, που τέθηκε από τους φιλοσόφους του 18ου αιώνα ως μελέτη της αμφίδρομης επενέργειας της γλώσσας πάνω στις αντιλήψεις και των αντιλήψεων στη γλώσσα, δηλαδή μια συγκεκριμένη γλώσσα αντανακλά τον πολιτισμό στα πλαίσια του οποίου μιλιέται. Το βαθύτερο πρόβλημα που απασχολεί τη φιλοσοφία είναι το αντίστροφο: περιορίζει μια γλώσσα τις δυνατότητες των αναπαραστάσεων; Μπορούμε να αποδεχθούμε την πρόταση 5.6 του Tractatus του Wittgenstein: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου»; Εάν την αποδεχθούμε, τίθεται το ερώτημα, εάν μπορούμε στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης γλώσσας, να αποκτήσουμε πρόσβαση σε ότι αναπαρίσταται σε μια άλλη γλώσσα.

Σχετικότητα γλωσσικής οντολογίας και καθολική γλώσσα

Η γλωσσική σχετικότητα είναι ένα ζήτημα, που τέθηκε από τους φιλοσόφους του 18ου αιώνα ως μελέτη της αμφίδρομης επενέργειας της γλώσσας πάνω στις αντιλήψεις και των αντιλήψεων στη γλώσσα, δηλαδή μια συγκεκριμένη γλώσσα αντανακλά τον πολιτισμό στα πλαίσια του οποίου ομιλείται. Το βαθύτερο πρόβλημα που απασχολεί τη φιλοσοφία είναι το αντίστροφο. Περιορίζει μια γλώσσα τις δυνατότητες των αναπαραστάσεων; Μπορούμε να αποδεχθούμε την πρόταση 5.6 του Tractatus του Wittgenstein: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου»; Εάν την αποδεχθούμε, τίθεται το ερώτημα, εάν μπορούμε στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης γλώσσας, να αποκτήσουμε πρόσβαση σε ότι αναπαρίσταται σε μια άλλη γλώσσα.

Τέθηκε το ζήτημα της αντιστοίχησης των παραπλήσιων εννοιολογικά λέξεων μεταξύ γλωσσών διαφορετικών πολιτισμών για την κατασκευή ενός γλωσσικού εργαλείου, που θα υπερβαίνει τις διαφορές αυτές μεταξύ τους, με άλλα λόγια της κατασκευής μιας καθολικής γλώσσας. Θα έπρεπε στα πολύγλωσσα λεξικά κάθε σειρά λέξεων να αντιστοιχεί με ένα αριθμό για την αντιστοίχηση των λέξεων. Η σύγχρονη λογική απέδειξε τη χρησιμότητά της. Ο φορμαλισμός αυτός όμως είναι παγκόσμια γλώσσα; Το επίκαιρο σημείο ωστόσο βρίσκεται αλλού και αφορά την οντολογία. Ο Russell δεν δίστασε να γράψει, πως «υπάρχει στον κόσμο κάτι που αντιστοιχεί στη διάκριση των μερών του λόγου, έτσι όπως αυτή εμφανίζεται σε μια λογική γλώσσα». Έχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε, πως οποιαδήποτε καθολική γλώσσα είναι αδύνατη. Αν το καλοσκεφτούμε, είναι αντιφατική η ιδέα, ότι μπορούμε να αποδείξουμε με απόλυτο τρόπο ότι μια καθολική γλώσσα είναι δυνατή ή αδύνατη, γιατί η απόδειξη θα προϋπέθετε την ύπαρξη αυτής της γλώσσας. Κάθε εξήγηση της γλωσσικής σχετικότητας, θα ήταν κατά βάθος μια προσπάθεια υπέρβασης της σχετικότητας. Η ποικιλότητα των γλωσσών δεν μπορεί να ελαττωθεί και το γεγονός αυτό συνιστά αναμφίβολα το πιο αινιγματικό δεδομένο, για το οποίο αντιπαρατίθενται σήμερα η φιλοσοφία της γλώσσας και η δυτική μεταφυσική. Και ακόμη να δημιουργούταν μια καθολική γλώσσα, αυτή μετά πάροδο ετών θα διαφοροποιούταν, από τους ίδιους λόγους για τους οποίους και σήμερα υπάρχει αυτό το πλήθος των γλωσσών. Ιδού τι λέει ο Heidegger: «D…Πριν από λίγο καιρό, αποκάλεσα (πολύ αδέξια) τη γλώσσα ΄΄σπίτι του είναι΄΄. Εάν ο άνθρωπος δια του λόγου της γλώσσας του κατοικεί στο αίτημα που του απευθύνει το είναι, τότε εμείς οι Ευρωπαίοι κατοικούμε πρέπει να το παραδεχτούμε, σε ένα ολότελα διαφορετικό σπίτι από τον άνθρωπο της Άπω Ανατολής. J…Δεδομένου ότι οι γλώσσες, εδώ και εκεί, δεν είναι απλώς διαφορετικές, αλλά είναι δομημένες εκ βαθέων με άλλο τρόπο, D… Έτσι η αντιστοίχηση κάθε σπιτιού με άλλο σπίτι παραμένει σχεδόν αδύνατη».

 

Σκέψη και γλώσσα

Σκέψη είναι ένας τύπος δραστηριότητας, που προσιδιάζει σε τέτοιο βαθμό στους ανθρώπους, ώστε είναι δυνατό να την καταστήσουμε διακριτικό χαρακτηριστικό τους σε σχέση με τα άλλα ζώα. Δεν θα ήταν άτοπο λοιπόν να αναρωτηθούμε εάν μπορούμε να σκεφτούμε δίχως γλώσσα, ή να υποστηρίξουμε, πως δίχως σκέψη δεν υπάρχει γλώσσα. Δύο θέσεις ακραίες, θέτουν τα όρια στις δυνατές απαντήσεις σε αυτό το πρόβλημα: α) η πραγματική σκέψη είναι μη γλωσσική και κάθε γλωσσική έκφραση συνιστά εκφυλισμό της σκέψης (ιδεαλισμός)· β) η σκέψη είναι μόνο γλώσσα (νομιναλισμός). Παρατηρούμε πως το ερώτημα είναι κάθε άλλο παρά απλό και ότι εμπλέκεται μια οντολογική προβληματική: εάν παραδεχτούμε πως η σκέψη είναι γλώσσα, μπορούμε να συμφωνήσουμε, ότι συνιστά υλική διεργασία, όσοι υποστηρίζουν, πως η σκέψη δεν είναι της ιδίας φύσης με την ύλη, έχουν τη τάση να διαβλέπουν σ’ αυτή κάτι διαφορετικό από τη γλώσσα.

Το γεγονός πως η γλώσσα σηματοδοτεί, σημαίνει ότι υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ των γλωσσικών σημείων, των νοητικών αναπαραστάσεων και του εξωτερικού κόσμου. Οι εγγενείς στη συνείδηση οντότητες ανήκουν σε ένα πολύ ιδιαίτερο είδος: είναι ιδέες, έννοιες, νοητικές πράξεις, (απόφανση, άρνηση, σημασιοδότηση κ.λπ.). Στη συνείδηση δεν υπάρχουν πράγματα, όπως τα αντικείμενα του κόσμου ή οι τάξεις αυτών των αντικειμένων. Το πρόβλημα είναι να συνδεθούν αυτοί οι δύο τύποι οντοτήτων, γιατί η γλώσσα μιλά για τον κόσμο. Η θέση του Husserl (την οποία μπορούμε να αποκαλέσουμε θέση της προθετικότητας με τη κυριολεκτική σημασία του όρου), είναι, πως η σύνδεση μεταξύ σκέψης και γλώσσας επιτελείται αποκλειστικά από την συνείδηση.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τα πράγματα συντίθενται από ύλη και μορφή, η αντίληψη είναι η από κοινού πράξη του αισθανόμενου και του αισθητού: με άλλα λόγια, αντιλαμβάνομαι, σημαίνει, διαμορφώνω στο νου μου μια εικόνα παρόμοια με την εικόνα των πραγμάτων, γνωρίζω επίσης, σημαίνει, πως κάποιο από τα πράγματα υπάρχει στο νου μου. Ο πλατωνισμός, όπως και ο νεοπλατωνισμός, χωρίς περισσότερη εκλέπτυνση, θέτει το ζήτημα της σχέσης της ιδέας προς την ιδέα από την οποία προκύπτει και ενδεχομένως και προς το πράγμα από το οποίο προκύπτει. Ο Descartes παραδεχόμενος το δυϊσμό της ψυχής και του σώματος, θεωρεί πως ο νους και η ύλη δεν είναι της ιδίας οντολογικής φύσης. Η αναπαράσταση λοιπόν, δεν μπορεί να είναι πια της ίδιας με αυτό που αναπαριστά. Η αντίληψη δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον, ως η από κοινού πράξη του αισθανόμενου και του αισθητού. Η καρτεσιανή αντίληψη περί ανθρώπινου νου συνιστά βαθιά ρήξη και με την σύγχρονη ορολογία, επανάσταση των ιδεών θα λέγαμε, διότι έπειτα από αυτή, ο νους σταματά να λειτουργεί με αναλογικό τρόπο, η αναπαράσταση καθίσταται αποκλειστικά ψηφιδική, και αντιστοιχεί σε μια κωδικοποίηση. Με μαθηματική ακρίβεια η σκέψη καθίσταται της ιδίας φύσης με μια αυθαίρετη επιβαλλόμενη γλωσσική δομή. Δηλαδή μια απλουστευμένη γλώσσα καθίσταται εργαλείο αποδόμησης μιας ανώτερης σκέψης που προέκυψε από μια ανώτερη γλώσσα. Δηλαδή μια δεδομένη γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει σαν καλέμι στην δόμηση ή αποδόμηση των οντολογικών δομών της σκέψης, της νόησης, της ψυχής, του πνεύματος. Μια κατώτερη και πτωχή λεκτικά γλώσσα επιβαλλόμενη δια βίας σε ένα λαό μπορεί να αποδμήσει όλο τον κληρονομικό νοητικό πλούτο του εσωτερικού του κόσμου ή αντίθετα μια ανώτερη γλώσσα να οδηγήσει ένα λαό σε ανώτερα και μεγαλειώδη επιτεύγματα.

 

Η Ελληνική γλώσσα

Έρευνες παλαιότερα στη δεκαετία του 1970 αλλά και σύγχρονες, επί λεξαρίθμων της Ελληνικής γλώσσας και λεξαριθμητικών συσχετισμών των λέξεων και των προτάσεων με τα άρθρα και χωρίς τα άρθρα σε πάνω από 10.000 λέξεις, αποδεικνύουν στατιστικά και με καμπύλες συχνότητας ότι, η Ελληνική γλώσσα από όλες τις άλλες γλώσσες, δεν είναι φυσική γλώσσα και σανσκριτικής προέλευσης, αλλά τεχνητή και δημιουργήθηκε με επιστημονικό και μαθηματικό τρόπο. Η Ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται σαν ένα είδος μαθηματικού κώδικα, ο οποίος κατάλληλα ερμηνευόμενος, μας παρέχει πληροφορίες φιλοσοφικής, επιστημονικής ή τεχνητής φύσης της προϊστορίας. Ο Πρωταγόρας ο αρχηγέτης της σοφιστικής εδέχετο την Ελληνική γλώσσα «θέσει και νόμω και ουχί φύσει», δηλαδή ως κάτι δημιουργηθέν υπό της ανθρωπίνης διανοίας και κατά σύμβασιν και ουχί εκ φύσεως. Δηλαδή η δομή της Ελληνικής γλώσσας δείχνει ότι δημιουργήθηκε σύμφωνα με νόμους οι οποίοι αποδεικνύουν την υπεροχή της έναντι των άλλων γλωσσών.

Η Ελληνική γλώσσα αριθμεί 6-7.000.000 κυρίες λέξεις και μαζί με τις σύνθετες ανέρχονται σε 70-100.000.000 λεκτικούς τύπους. Η υπεροχή της Ελληνικής γλώσσας έναντι των άλλων γλωσσών, αποδεικνύεται από την δόμησή της, την σύνταξή της, την συμμετρία της, την λεπτομέρεια διατύπωσης, την σαφήνεια, την ακρίβεια, τον λεκτικό της πλούτο, τα συνώνυμα, τα παράγωγα, το συντακτικό και τη γραμματική της. Από την γραμματική, το συντακτικό, την δομή, τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται οι παράγωγες λέξεις, τα συνώνυμα, οι ρίζες και οι καταλήξεις, αποδεικνύεται ότι η Ελληνική γλώσσα έχει την δομή γλώσσας προγραμματισμού Η/Υ αντικειμενοστραφούς προγραμματισμού, του πλέον εξελιγμένου είδους γλώσσας προγραμματισμού σήμερα, της οποίας τόσον η δομή του κώδικα, όσον και του μεταγλωττιστή της (compiler) έχουν την δομή της Ελληνικής γλώσσας π.χ. (Delphi, C++). Η Ελληνική γλώσσα καθοδηγεί και εμπλουτίζει αναμορφώνει βελτιώνει την δομή της ανθρώπινης σκέψης. Ακόμη η αξία της επιβεβαιώνεται από την λεξαριθμητική ανάλυση και την προβλεπόμενη χρήση της στους Η/Υ της επερχόμενης γενιάς λόγω ακριβώς αυτής της εξελιγμένης δομής που αναφέραμε ανωτέρω. Τα λεκτικά της νοήματα, από τα λογοπαίγνια, μέχρι και τα υψίστης αξίας νοητικά επιτεύγματα, αντανακλούν οντολογικά δημιουργήματα, νοητικούς Παρθενώνες, μέσα στον νουν, στο πνεύμα, στην ψυχή μας.

Στην ανώτατη βαθμίδα νόησης και γλωσσικών οντοτήτων ευρίσκονται τα αξιώματα της επιστήμης, η επιστήμη, από κάτω η διάνοια, παρακάτω η πίστη, ακόμη παρακάτω η εικασία(πίστη και εικασία είναι οι δοξασίες δηλαδή τα δόγματα) και στον πυθμένα όλων αυτών, ακόμη παρακάτω, τα αυθαίρετα θεολογικά δόγματα του ιουδαιοχριστιανισμού μαζύ με όλα τα σχετικά της πλήρους στατιστιστικής αταξίας, ασάφειας και ασυναρτησίας. Κάτω από αυτήν την εννοιολογική στατιστική αταξία δεν υπάρχει τίποτα άλλο όπως μας το βεβαιώνει ο Πλάτων στην Πολιτεία του. Κατά τον Πλάτωνα η ανθρωπίνη γνώση αρχίζει με την εικασία, εξ’ αυτής ανυψώνεται στην πίστιν, εξ’ αυτής στην διάνοια και εξ’ αυτής στην επιστήμη, η οποία είναι η ασφαλής και αναμφίβολος γνώση. Ο λόγος της Ελληνικής σκέψης διαυγής και αλάθητος.

Η συγκρότηση μιας σκέψης με την βοήθεια μιας ποιοτικής γλώσσας δεν έχει σχέση με τον μεταφορικό, δεισιδαιμονικό, διφορούμενο, γενικόλογο λόγο και τα αυθαίρετα πλήρους στατιστικής αταξίας θεολογικά δόγματα, στα οποία ενώ η ολοκληρωμένη απάντηση είναι πολλαπλή, θεωρείται σωστή αυθαίρετα και χωρίς απόδειξή μόνον μία, χωρίς ακόμη να είναι ούτε και ελέγξιμη. Αυτά βάζουν φραγμούς νοητικούς και αντιτίθενται στην διεύρυνση της σκέψης. Όπου οι ασυναρτησίες και τα άλογα συμπεράσματα αποκαλούνται θεοπνευστία και που ούτε βοηθούν στην πνευματική συγκρότηση, την συμμετρία, την τάξη και την αρμονία της σκέψης των αδαών ανθρώπων. Ποιες είναι οι γλωσσικές οντολογικές προεκτάσεις, όταν ένα επίθετο γίνεται ουσιαστικό, δηλαδή όταν το επίθετο θεός γίνεται κύριο όνομα, ή όταν τα δόγματα παίρνουν τη θέση αξιωμάτων; Αυτή η ψευδής ταυτότητα είναι ένας εννοιολογικός ιός, όπως οι παθολογικοί ιοί και οι ιοί των Η/Υ, ο οποίος κατατρώγει την υγειά σκέψη και την μετατρέπει σε ένα εννοιολογικό καρκίνωμα από το οποίο τίποτα το εποικοδομητικό ή παραγωγικό δεν μπορεί να προκύπτει.

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι η Ελληνική γλώσσα, οδηγεί την ανθρώπινη σκέψη στην τάξη, στην συμμετρία, στην υπερσυμμετρία, στην υπερπληροφορία, στην αρμονία, και δι’ αυτών, στην εννοιολογική και φιλοσοφική του συγκρότηση κάθε ανθρώπου. Μόνον έτσι τελικά φθάνει στη θεοποίηση. Η γλώσσα διαμορφώνει και δημιουργεί οντότητες. Η δομή της γλώσσας, επιδρά στην δομή του πνεύματος που περιέχει τις γλωσσικές οντότητες. Η Ελληνική γλώσσα είναι το εργαλείο για τη πνευματική αναδόμηση και ανέλιξη κάθε ανθρώπου.

Δεν πρέπει να απορεί κανείς, πώς Έλληνες δημιούργησαν όλα τα μεγάλα επιτεύγματά τους, υλικά και νοητικά. Με εργαλείο την Ελληνική γλώσσα. Ποιου μέσου απόρροια είναι η Ελληνική γλώσσα; Απόρροια, της πολιτιστικής παράδοσης, κληρονομιά ίσως ενός προκατακλυσμιαίου πολιτισμού, του Χρυσέος γένους του Ησιόδου. Η γλώσσα μας όμως πρωτίστως είναι δημιούργημα δικό μας, εμών των ιδίων Ελλήνων και αντικατροπτίζει την διαφορετικότητα και γιατί όχι και την ανωτερότητά μας. Όλα αυτά αποδεικνύουν ό,τι ο άνθρωπος με την Ελληνική γλώσσα και την εξ αυτής εννοιολογική και φιλοσοφική του συγκρότηση αποκτά προσωπικότητα ελευθέρα, ισχυρά, ικανή να ανταπεξέρχεται σε δύσκολες καταστάσεις, να γίνεται κύριος του εαυτού του, να ελέγχει, να εξουσιάζει, να καθορίζει το μέλλον και την τύχη του, να αποκτά δύναμη, πνευματική, οικονομική, να οδηγείται στη θεοποίηση και να αναδεικνύεται, σε ήρωα, δαίμονα, ημίθεο, θεό.

 

Η ψηφιοποίηση του νου

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τα πράγματα συντίθενται από ύλη και μορφή, η αντίληψη είναι η από κοινού πράξη του αισθανόμενου και του αισθητού: με άλλα λόγια, αντιλαμβάνομαι, σημαίνει, διαμορφώνω στο νου μου μια εικόνα παρόμοια με την εικόνα των πραγμάτων, γνωρίζω επίσης, σημαίνει, πως κάποιο από τα πράγματα υπάρχει στο νου μου. Ο νεοπλατωνισμός, όπως και ο πλατωνισμός, χωρίς περισσότερη εκλέπτυνση, θέτει το ζήτημα της σχέσης της ιδέας προς την ιδέα από την οποία προκύπτει και ενδεχομένως, προς το πράγμα από το οποίο προκύπτει. Ο Descartes παραδεχόμενος το δυϊσμό της ψυχής και του σώματος, θεωρεί πως ο νους και η ύλη δεν είναι της ιδίας οντολογικής φύσης. Η αναπαράσταση λοιπόν, δεν μπορεί να είναι πια της ίδιας με αυτό που αναπαριστά. Η αντίληψη δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον, ως η από κοινού πράξη του αισθανόμενου και του αισθητού. Η καρτεσιανή αντίληψη περί ανθρώπινου νου συνιστά βαθιά ρήξη και με την σύγχρονη ορολογία, χαρακτηρίζοντάς την επανάσταση των ιδεών θα λέγαμε, πως έπειτα από αυτή, ο νους σταματά να λειτουργεί με αναλογικό τρόπο, η αναπαράσταση καθίσταται αποκλειστικά ψηφιακή, αντιστοιχεί σε μια κωδικοποίηση. Με μαθηματική ακρίβεια, οι νέες συνθήκες θα καταστήσουν και τη σκέψη σημείο της ιδίας φύσης με το γλωσσικό ήχο, σημείο δηλαδή αυθαίρετο.

 

Το ζήτημα της προθετικότητας

Κατά τον Searle Η υπόσχεση είναι μια γλωσσική πράξη που οι υπολογιστές δεν θα κατορθώσουν ποτέ να επιτελέσουν. Το πρόβλημα αυτό επονομάζεται προθετικότητα και αφορά την ιδιότητα της συνείδησης που θα μπορούσε να συνοψιστεί στο γεγονός ότι, κάθε συνείδηση είναι συνείδηση κάποιου πράγματος. Και για να ορίσουμε τι σημαίνει συνείδηση, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η προθετικότητα προστίθεται στην ικανότητα αναστοχασμού (reflexivite) (κάθε συνείδηση είναι συνείδηση του εαυτού της, την ίδια στιγμή που είναι συνείδηση και κάποιου άλλου πράγματος) και στην υποκειμενικότητα και/ή στην εσωτερικότητα (interiorite) ( η οπτική γωνία κάθε συνείδησης προς τον έξω κόσμο είναι μοναδική και μόνο αυτή μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτήν την οπτική γωνία). Δηλαδή αυτό που λείπει από το γραπτό κείμενο κατά τον Πλάτωνα για να είναι προφορικός λόγος όπως και από τον υπολογιστή είναι η συνείδηση. Η ανθρώπινη σκέψη είναι συνείδηση. O Turing το 1930 ήταν ο πρώτος που περιέγραψε ένα φανταστικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, χωρίς σφάλματα, με απεριόριστη μνήμη ικανή να εκτελέσει οποιοδήποτε αλγόριθμο για την επίλυση μαθηματικών προβλημάτων. Δεν αντικαθιστά όμως πλήρως την λειτουργία του εγκεφάλου, την συνείδηση. Ο Gödel το 1931 απέδειξε ότι, δεν υπάρχει στην αριθμοθεωρία πεπερασμένο σύστημα αξιωμάτων που να αποδεικνύει όλες τις ιδιότητες των φυσικών αριθμών. Το αποτέλεσμα του Gödel μας λέει: ό,τι είναι αληθινό (ορθό), δεν είναι κατ΄ ανάγκη και αποδείξιμο.

 

Συνείδηση και προθετικότητα: η θέση του Husserl

Το γεγονός πως η γλώσσα σηματοδοτεί, συνεπάγεται πως υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ των γλωσσικών σημείων, των νοητικών αναπαραστάσεων και του εξωτερικού κόσμου. Οι εγγενείς στη συνείδηση οντότητες ανήκουν σε ένα πολύ ιδιαίτερο είδος: είναι ιδέες, έννοιες, νοητικές πράξεις, (απόφανση, άρνηση, σημασιοδότηση κ.λπ.). Στη συνείδηση δεν υπάρχουν πράγματα, όπως τα αντικείμενα του κόσμου ή οι συλλογές (ή οι τάξεις) αυτών των αντικειμένων. Το πρόβλημα είναι να συνδεθούν αυτοί οι δύο τύποι οντοτήτων, γιατί η γλώσσα μιλά για τον κόσμο. Η θέση του Husserl (την οποία μπορούμε να αποκαλέσουμε θέση της προθετικότητας με τη κυριολεκτική σημασία του όρου), είναι, πως η σύνδεση επιτελείται αποκλειστικά από την συνείδηση (μεταξύ σκέψης και γλώσσας).

Μια ιδέα είναι προθετικό περιεχόμενο έλεγε ο Descartes· κατ’ αυτή την έννοια, διαθέτει αυτό που οι Κύριοι του Port-Royal ονομάζουν σύλληψη(comprehension) (με άλλα λόγια, έναν ορισμό με την βοήθεια άλλων ιδεών· για παράδειγμα, η σύλληψη της ιδέας του ανθρώπου είναι «έλλογο ον»). Συνδέεται, ωστόσο, και με κάτι ολότελα διαφορετικό: διαθέτει έκταση( για παράδειγμα την τάξη των ανθρώπων) και την ένταση-σύλληψη. Ο νόμος του Port Royal. Λέει ότι υπάρχει αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ του κατά βάθος(έντασής τους) ορισμός των ιδεών(= η σημασία των όρων) και της έκτασής τους (=η υποβολή των όρων).

 

ΝΟΗΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

Ο εγκέφαλος

Ο εγκέφαλος είναι χωρισμένος σε δύο σχεδόν ίσα και όμοια ημισφαίρια, που το καθένα συνδέεται και ελέγχει την αντίθετη πλευρά του σώματος. Μεταξύ των δύο ημισφαιρίων υπάρχει το τυλώδες σώμα, με 200.000.000 νευρικές ίνες, που συνδέουν τα δύο ημισφαίρια. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ένα αριστερό λεκτικό και οπτικό –χωρικό και ένα δεξί συναισθηματικό. Οι μνήμες των αισθητηρίων οργάνων ευρίσκονται στον φλοιό σε διακριτά μέρη. Με τις αυλακώσεις που φέρει η επιφάνεια του εγκεφάλου αυτή γίνεται 20φορές μεγαλύτερη της κρανιακής. Κάθε ημισφαίριο διαιρείται στους λοβούς. Εμπρός είναι ο μετωπιαίος που ασχολείται με διανοητικές δραστηριότητες και άρθρωση γλώσσας για τον οποίο γνωρίζουμε πολύ λίγα. Ακριβώς πίσω ο βρεγματικός που το χαμηλότερο σημείο του η περιοχή Warnock συνδέεται με την ανάγνωση. Κάτω ο κροταφικός, πίσω ο ινιακός και κάτω η παρεγκεφαλίδα. Οι μνήμες των αισθητηρίων οργάνων ευρίσκονται στον φλοιό σε διακριτά μέρη.

Ο Ilya Prigogin βραβείο Νόμπελ επισημαίνει εμφαντικά. Ο εγκέφαλος πρέπει να είναι σε μεγάλο βαθμό μη κανονικός… η μη κανονικότητα, το χάος, οδηγεί σε πολύπλοκα συστήματα. Δεν πρόκειται για τέλεια αταξία. Το αντίθετο…το χάος καθιστά δυνατή τη ζωή και τη νοημοσύνη. Ο εγκέφαλος έχει επιλεγεί να γίνει τόσο ασταθής, ώστε η παραμικρή επίδραση να μπορεί να οδηγεί στο σχηματισμό τάξης. Δηλαδή η λειτουργία του εγκεφάλου υπακούει στη χαοτική δυναμική θεωρία.

 

Οι νευρώνες

Οι νευρώνες ή νευρικά κύτταρα είναι οι αγωγοί, που μεταφέρουν τις εισερχόμενες πληροφορίες και τις επαναξιολογούν. Μεταδίδουν τις εντολές από τον εγκέφαλο στα διάφορα όργανα με ταχύτητα 180km/hr περίπου, για να δράσουν σύμφωνα με τους στόχους, όπως τους έχει προσδιορίσει ο εγκέφαλος. Ο ίδιος ο εγκέφαλος είναι ένα τεράστιο οργανωμένο σύνολο από περίπου 1011 νευροκύτταρα, που κάνουν την επεξεργασία και αποθήκευση των εισερχομένων πληροφοριών. Κάθε νευρώνας συνθέτει μια νέα ιστορία-εικόνα-παράσταση και αυτό το νέο μήνυμα ταξιδεύει. Το νευρικό σύστημα είναι μια τεράστια συσκευή παράλληλης επεξεργασίας, αφού κάθε γραμμή μεταφοράς είναι παράλληλα και ένας επεξεργαστής. Ο εγκεφαλικός φλοιός είναι το τέρμα και η αφετηρία της διαδρομής των παλμών. Στον φλοιό μια νέα κατάσταση συνδυάζεται με αναμνήσεις και ήδη υπάρχουσες σκέψεις. Ο φλοιός παίζει σημαντικό ρόλο στην εκμάθηση και την ανάμνηση.

 

Μνήμη

Είναι τριών ειδών

1.Άμεση Μνήμη, που διατηρεί τα ερεθίσματα εισερχόμενα μέσω αισθήσεων για λίγα δευτερόλεπτα. Οι περισσότεροι άνθρωποι κρατούν στην μνήμη αυτή μια σειρά από πέντε έως επτά αντικείμενα. Βασίζεται σε μια ηλεκτρική διέγερση ορισμένων νευρωνικών συνδέσεων.

2. Μνήμη Μικρής Διάρκειας ή Προσωρινή Μνήμη. Ορισμένα από την άμεση περνούν στην Μνήμη Μικρής Διάρκειας ή Προσωρινή Μνήμη και διατηρεί εμπειρίες για μερικές ώρες. Βασίζεται σε μια ηλεκτρική διέγερση ορισμένων νευρωνικών συνδέσεων.

3. Η Μνήμη Μακράς Διάρκειας ή Μακροχρόνια Μνήμη, η οποία χρησιμοποιείται για να θυμηθούμε πληροφορίες που είναι μόνιμα αποθηκευμένες. Ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί ένα διαφορετικό μηχανισμό για την μακροχρόνια μνήμη. Βασίζεται στη δημιουργία νέων συναπτικών συνδέσεων. Η μακροχρόνια μνήμη έχει δικτυακή δομή και το εννοιακό σύστημα πρέπει να είναι λειτουργικό, όχι μόνο στη τελική του μορφή, αλλά και κατά την διάρκεια της δημιουργίας του.

 

Η Γλώσσα

Γλώσσα είναι η μετάφραση της σκέψης ως εξωτερικής και αντιληπτής από τις αισθήσεις της εσωτερικής αναπαράστασης. Η ανάπτυξη γλωσσικών ικανοτήτων δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ευφυΐας. Η σκέψη φαίνεται ασύλληπτη χωρίς την γλώσσα. Όταν ξεκινούμε μια σκέψη, κάνουμε ένα είδος εσωτερικού διαλόγου, η οποία διατυπώνεται με τη χρήση των λέξεων. Οι λέξεις είναι κατά βάση ονόματα, δηλαδή οι διευθύνσεις των εννοιών, ενώ οι προτάσεις παίζουν τον ρόλο περιγραφών δομής, που συσχετίζουν μεταξύ τους έννοιες, για να δημιουργήσουν κάποιο είδος μοντέλου με βάση το συνειρμικό περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Για να περιγράψουμε μια ορισμένη κατάσταση σε άλλους ανθρώπους, δεν αρκεί να προσάψουμε «ονόματα», δηλαδή λέξεις σε διάφορους κόμβους του δικτύου των συνειρμικών σκέψεων, αλλά και να προσαρμόσουμε το νόημα αυτών σε μια κοινή κατανόηση, αποφεύγοντας τα διφορούμενα νοήματα. Αυτή η τυποποίηση του νοήματος των λέξεων, περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη την ταξινόμηση σε μη διφορούμενες κατηγορίες, δηλαδή λογικές κατηγορίες με σαφή γνωρίσματα. Δύο είναι οι περιοχές που ελέγχουν την γλώσσα. Η περιοχή Broca που εστιάζεται συνήθως στον αριστερό μετωπικό λοβό κοντά στην περιοχή του κινητικού φλοιού, που ελέγχει την κίνηση των μυών των χειλιών και χειρίζεται την σύνταξη. Μια βλάβη του οδηγεί σε ασύντακτη, αλλά κατανοητή ομιλία, εφόσον το νόημα εξαρτάται μόνο από την σύνταξη. Η περιοχή Wernicke ελέγχει την κατανόηση της γλώσσας, δηλαδή την σημασιολογία, την ονομασία των πραγμάτων, ονομασία χρωμάτων και επανάληψη προφερόμενων λέξεων. Βλάβη της καταλήγει σε μια γραμματικά ορθή, αλλά χωρίς νόημα ομιλία και αδυναμία κατανόησης των άλλων.

 

Συνειδητό και Ασυνείδητο.

Αυτό που κάνει την εισερχόμενη πληροφορία ασυνείδητη, είναι φαινομενικά το ότι δεν συσχετίζεται αρκετά στενά με τα άμεσα ενδιαφέροντα κάποιου. Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται την πληροφορία για να υπηρετεί τους στόχους του οργανισμού. Πληροφορίες που σχετίζονται με τους στόχους και την περασμένη ιστορία του, διαμορφώνουν ένα είδος προσωπικού ημερολόγιου στην μακροχρόνια μνήμη και είναι αυτό που ονομάζουμε εγώ. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι συνειδητότητα είναι η συσχέτιση προς αυτό το εγώ.

Η ψυχαναλυτική σχολή των Freund, Alfred, Jung ονομάζει «Συνειδητό» το μέρος της μακροχρόνιας μνήμης, που μπορεί να ανακληθεί αυθόρμητα σε εικονική, ηχητική, αλλά κυρίως λεκτική μορφή και να συσχετισθεί με τον εαυτόν μας. Ένα μέρος της μακροχρόνιας μνήμης μας, αυτό που κυρίως μελετούν, το ονομάζουν Υποσυνείδητο ή Ασυνείδητο κατά τον Jung. Ονομάζουν έτσι, το μέρος της μακροχρόνιας μνήμης, που δεν μπορεί εύκολα ή καθόλου να ανακληθεί, είναι μέρος της προσωπικής ιστορίας και μπορεί να επηρεάσει την συμπεριφορά του ατόμου.

 

Θεωρίες

1) Η Γνωστική Ψυχολογία

Η Γνωστική Ψυχολογία προσπαθεί να περιγράψει τις διανοητικές διαδικασίες από την πλευρά της θεωρίας συστημάτων, χωρίς αναφορά στις πραγματικές φυσικοχημικές και φυσιολογικές διαδικασίες. Τα αποτελέσματα τέτοιων προσπαθειών είναι τα συστημικά μοντέλα, που προσπαθούν να περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να αναπαραχθούν οι διανοητικές διαδικασίες ως αλγόριθμοι σ’ έναν υπολογιστή. Σήμερα οι νοησιακοί ψυχολόγοι θεωρούν ό,τι τα μηνύματα μέσα στον νου αναπαρίστανται με τη βοήθεια της Διαδικασιακής Νοηματοδοσίας ή Σημασιολογίας όπως σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ανακύπτουν προβλήματα από την ανάλυση των εννοιών σε στοιχειώδη τμήματα. Προκύπτει το ερώτημα ποια είναι η φύση τους. Οι νευρολόγοι θεωρούν ό,τι οι διαδικασίες είναι νευρολογικής φύσεως και καθαρά αναλογικές.

Στη θεωρία αυτή για την δομή της μακροχρόνιας μνήμης υπάρχουν δύο θεωρίες.

Θεωρία νοηματικών δικτύων.

Ιεραρχεί τις έννοιες με βάση τον βαθμό λογικής αφαίρεσης που έχουν, και δημιουργεί συνθετότερες έννοιες, συνδέοντας απλούστερες. Σε μεταγενέστερες μορφές της, συνδέει τις συνθετότερες νοητικές παραστάσεις μεταφράσιμες σε φράσεις (εκφράσεις).

Θεωρία Νοερών Μοντέλων. Ο P.N. Johnson-Laird ανάγει το νόημα λέξεων και φράσεων σε βιολογικές διαδικασίες και ορίζει την αλήθεια ως αντιστοιχία μεταξύ της γλώσσας και του πραγματικού κόσμου (G.A. Miller). Έδειξε το πώς μπορεί να συναχθεί νόημα με τη βοήθεια μιας θεωρίας μοντέλων, δίνοντας ένα παράδειγμα. Νοερό Μοντέλο.

 

2) Εξελικτική Ψυχολογία

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή οι έννοιες αποκτώνται σταδιακά, από προγενέστερες έννοιες τις προέννοιες. Ο Piaget έδειξε ότι οι διαφορετικές απόψεις μιας έννοιας κατανοούνται και χρησιμοποιούνται από ένα παιδί σε διαφορετικές ηλικίες, δηλαδή οι έννοιες αναπτύσσονται σταδιακά χωρίς να χάνουν το αρχικό νόημα και χωρίς να καταλήγουν σε μια τελική μορφή, ενώ με την απόδοση ονομάτων για τις έννοιες προστίθενται και κάποια τυποποιημένα χαρακτηριστικά, που επιτρέπουν τη λεκτική ανταλλαγή νοημάτων δηλαδή την γλωσσική επικοινωνία. Τα νοητικά σχήματα σε μικρά παιδιά είναι μη εξειδικευμένα και διαφοροποιούνται σταδιακά σε εξειδικευμένα. Η ανάλυση των εννοιών βασίζεται σε λογικές συνιστώσες. Μεταγενέστεροι εξέφρασαν αντιρρήσεις ό,τι η λογική κατηγοριοποίηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

 

3) Εξελικτική μοντελοποίηση της μνήμης

Η μακροχρόνια μνήμη έχει δικτυακή δομή και το εννοιακό σύστημα πρέπει να είναι λειτουργικό, όχι μόνο στη τελική του μορφή, αλλά και κατά την διάρκεια της δημιουργίας του. Η όλη διαδικασία είναι ένα είδος εξέλιξης των εννοιών και τα προγενέστερα στάδια μιας έννοιας δεν αντικαθίστανται από μεταγενέστερα, αλλά παραμένουν ως μόνιμες συνιστώσες της εννοίας. Εδώ φαίνεται ότι υπάρχει χρονική συνιστώσα η οποία αποτρέπει την αντικατάσταση των προεννοιών. Οι συνειρμοί εννοούνται εδώ οι εμπειρικοί και όχι οι λογικοί συνειρμοί όπως στα περισσότερα δικτυακά μοντέλα. Δεν συνδέονται μεταξύ τους οποιεσδήποτε λογικές συνιστώσες (κατηγορικές συνιστώσες) κάποιων εννοιών, αλλά διάφορα κιναισθητικά σχήματα που μας λένε πώς μπορούμε να αλληλεπιδράσουμε με ένα αντικείμενο.

Αυτό οδηγεί στη ερώτηση: Πώς μπαίνουν μέσα σε αυτό το σύστημα οι έννοιες, όπως τις καταλαβαίνουμε συνήθως; Που είναι οι έννοιες μέσα σε αυτό το σύστημα;

Αυτό συμβαίνει όταν αρχίζουμε να αναπτύσσουμε λέξεις και γλωσσικές εκφράσεις. Οι λέξεις αποτελούν το σύστημά μας για σηματοδότηση των εννοιών που τις κάνουν διακριτές, ενώ η γλώσσα αποτελεί το σύστημα έκφρασης πιο σύνθετων νοημάτων, με την βοήθεια δομημένων συνόλων από λέξεις.

Σύμφωνα με την εξελικτική ψυχολογία τα βασικά χαρακτηριστικά του προτεινόμενου μηχανισμού μακροχρόνιας μνήμης είναι τα ακόλουθα.

1. Για την κωδικοποίηση ενός αντικειμένου δεν χρησιμοποιούνται οποιαδήποτε εξωτερικά, υποτιθέμενα «αντικειμενικά» χαρακτηριστικά του αλλά ο τρόπος που μπορούμε να το χειρισθούμε.

2. Αν μπορούμε, εν μέρει, να χειρισθούμε ή να παρατηρήσουμε δύο αντικείμενα με τον ίδιο τρόπο, τότε αυτός ο μερικός μηχανισμός(δομή) είναι μια κοινή «προέννοιά» τους. Η κωδικοποίηση δεν ξεκινάει από την αρχή αλλά χρησιμοποιεί κατά το δυνατόν ανεπτυγμένες δομές.

3. Οι λέξεις, δηλαδή τα ονόματα για αντικείμενα , οι ενέργειες κτλ., είναι απλά ετικέτες που μπαίνουν σε μερικούς κόμβους αυτού του δικτύου, όταν αυτό είναι ήδη ανεπτυγμένο αρκετά. Είναι απαραίτητες για να επικοινωνήσουμε να σκεφθούμε σε λογικές κατηγορίες, αλλά δεν είναι απαραίτητες για την απομνημόνευση των νοημάτων. Χρησιμεύουν μάλλον στη δημιουργία νοερών μοντέλων και στη σύλληψη πιο σύνθετων νοημάτων.

4. Το « νόημα» των προεννοιών έχει αυξανόμενη ασάφεια, αυξανόμενη έλλειψη εξειδίκευσης όσο πηγαίνουμε σε βαθύτερα (πιο πρώιμα) στάδια διαμόρφωσης των εννοιών. Έτσι, πολύ διαφορετικές έννοιες μπορεί να έχουν κάποια κοινή προέννοια ή μάλλον, προεννοιακή δομή.

Ένα τέτοιο δίκτυο είναι λειτουργικό έστω και ατελώς ακόμη και στα πρώιμα στάδιά του και αυτοεξελίσσεται. Σε αντίθεση με αυτό, τα λογικά κατηγορικά δίκτυα είναι περιγραφές αφηρημένης δομής και πρέπει να είναι πλήρη για να είναι χρήσιμα. Είναι σαν τα προγράμματα των υπολογιστών που δεν μπορούν να ερμηνευθούν από τον υπολογιστή και να τρέξουν, αν λείπει έστω και ένα κόμμα. Τα κίνητρα και τα εξωτερικά ερεθίσματα επιλέγουν σε πια από τα εισερχόμενα ερεθίσματα θα δώσουμε περισσότερη προσοχή και αποφασίζουν προς πια κατεύθυνση θα προχωρήσει η επεξεργασία των εισερχομένων πληροφοριών. Η ανάπτυξή τους είναι παράλληλη με αυτήν των εννοιών. Η σκέψη φαίνεται ότι είναι ένα παιχνίδι μεταξύ εμπειρικών συνειρμών και λογικών επεξεργασιών.