ΕΝ-ΟΝΤΩΣ ΟΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΘΕΟΣ. Βακχείου του Απολλωνιαδίτου

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όταν θέλουμε να αναπτύξουμε φιλοσοφικά ή επιστημονικά θέματα και να εξάγουμε ορθά συμπεράσματα, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε γλώσσα ικανή για τα θέματα αυτά όπως είναι η Ελληνική, ίδια επιστημονική ορολογία και ίδια εννοιολογία  λέξεων με σαφείς ορισμούς των εννοιών των λέξεων, ακρίβεια και σαφήνεια στην διατύπωση των νοημάτων μας. Με αξιώματα για αρχές αποδεχόμενοι το ορθό συμπέρασμα, είτε είναι ένα σαφές, είτε είναι εν γνώσει μας ένα ασαφές πολλαπλό συμπέρασμα. Δεν μας αγγίζει ο διφορούμενος, ο μεταφορικός και ο αυθαίρετος δογματικός λόγος, ο οποίος θέλει να καλύψει κενά, λάθη, υστερόβουλες ή κακόβουλες προθέσεις.

Επειδή διατυπώνονται παραπλανητικές ιδέες από τους κύκλους του χριστιανικού ιερατείου ότι ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία είναι συμβατές έννοιες με κοινά πεδία ή ακόμη και ταυτίζονται, εμείς θα προσπαθήσουμε να διατυπώσουμε αντικειμενικά τις θέσεις των Ελλήνων φιλοσόφων για το Όντως Ον, το Εν και τις θέσεις του Χριστιανισμού γι’ αυτό που αποκαλούν Θεό, να δώσουμε επιγραμματικά τις τεράστιες διαφορές τους που αναφέρονται στην άρρητο αρχή των όντων και ευελπιστούμε επαρκείς αποδείξεις για τα συμπεράσματά μας. Όσον αφορά τις όποιες ομοιότητες, αναλυόμενες οντολογικά, καταλήγουν σε ήσσονος σημασίας διαφορές και πιστοποιούν την προέλευση της χριστιανικής θεολογίας, και δεν θα επεκταθούμε σε αυτές. Η προσπάθεια μας έγκειται να αναδείξουμε και να μεγιστοποιήσουμε στην πραγματική τους διάσταση όλα εκείνα τα εν υπνώσει τεθέντα ως ήσσονος σημασίας θέματα από την Ορθοδοξία και τις Οικουμενικές Συνόδους.

Ο Παρμενίδης μας, ο πατέρας της λογικής και του ορθού λόγου λέει ότι, η εικόνα του κόσμου που μας δίδουν οι αισθήσεις, δεν είναι η πραγματική, αλλά φαινομενική και μεταβαλλόμενη. Ο κόσμος αποτελεί μια ψευδαίσθηση. Η θρησκεία ανήκει στον φαινομενικό κόσμο της δοξασίας. Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα αλλά ένα, και αυτό είναι το Εν, το Όντως Ον, το καθ’ αυτό Ον. Το μη Ον δεν υπάρχει. Με την μεγαλειώδη ρήση του «Το γαρ αυτό νοείν έστι τε και είναι», δηλαδή κατά την άποψή μας, αυτό που νοούμε υπάρχει και ταυτίζεται με το υπάρχον το νοητό, δίνει το στίγμα της βαθύτερης πραγματικότητας του κόσμου με τόση σαφήνεια, όσο ουδείς άλλος μέχρι σήμερα διατύπωσε. Δεν απορρίπτει τον υλικό κόσμο των αισθήσεων, λέει, αξίζει να τον μελετήσουμε και αποδεικνύει ότι υπάρχει κάτι το αμετάβλητο στον κόσμο ονοματίζοντας το Εν, προϊόν νόησης, η γνήσια πραγματικότητα μέσα στην σκέψη του, στο υποκείμενο της γνώσης του.

Ο Καρτέσιος με το «cogito ergo sum», νοώ άρα υπάρχω, αναμασά την ρήση του Παρμενίδη. Ο Καντ και αυτός επαναλαμβάνει τα λεγόμενα του Παρμενίδη και λέει, όλα όσα μας παρέχουν οι αισθήσεις μας δεν είναι ο πραγματικός κόσμος, δεν είναι το «πράγμα καθ’ εαυτό». Το τελευταίο βρίσκεται στο υποκείμενο, στο γεγονός ότι είναι ένα υποκείμενο ικανό να σκέπτεται, να μετέχει τουλάχιστον σε συγκεκριμένες διεργασίες της σκέψης, ένα υποκείμενο που διαρκώς επιθυμεί (και προφανώς υπονοεί την τάξη), όπως το εκφράζει ο Schopenhauer. Πέραν από κάθε αμφιβολία πρόκειται για το αιώνιο, ακίνητο Εν του Παρμενίδη το οποίο ως προς την ουσία του διατηρείται ανέγγιχτο, ανεπηρέαστο.

2. ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝ

Ο όρος ον χρησιμοποιήθηκε στην Ελληνική γλώσσα από αρχαιοτάτους χρόνους ως περιληπτικός όρος προς δήλωση του συνόλου των εις τον κόσμο υφισταμένων πραγμάτων.

Οι όροι Εν και Όντως Ον έχουν την ίδια έννοια και ονοματίζουν την υπερβατική αρχή του συνόλου των εις τον κόσμο υφισταμένων όντων και πραγμάτων.

Όμηρος

Στην Ιλιάδα Β αναφέρει Κάλχας Θεστορίδης οιωνοπόλων ουχ’ άριστος ος ήδη τα τ’ εόντα τα τ’ εσσόμενα προ τ’ εόντα

Λεύκιππος και Δημόκριτος

Χαρακτήριζαν το ον ως πλήρες το δε μη ον ως κενό.

Πρωταγόρας

Εδίδασκεν ότι δεν υπάρχει το είναι, αλλ’ αιωνίως υφίσταται το γίγνεσθαι.

Ηράκλειτος

Τον κόσμο αυτό που είναι ο ίδιος για όλους, δεν τον έπλασε κανείς, ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει πάντα, είναι μια φωτιά αιώνια ζωντανή που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με ορισμένα μέτρα. Σοφία είναι ένα μόνον πράγμα: να γνωρίζεις ότι ο ορθός λόγος κυβερνά τα πάντα μέσα από τις εσωτερικές τους σχέσεις. Το σύμπαν είναι ένα και κινούμενο και πεπερασμένο. Πάντα χωρεί και ουδέν μένει. Ο θεός είναι εκπροσώπηση των αντιθέσεων. Ο θεός είναι αρχή απόλυτος και υπερβατική όλων των όντων. Χαρακτηρίζεται ως «Εν το σοφόν» το μοναδικόν Εν το οποίον κατέχει την σοφίαν και την γνώση των μέτρων.

Ξενοφάνης

Υπάρχει εις μέγιστος μεταξύ των θεών και ανθρώπων θεός, μία ενιαία θεία αρχή. Καταπολεμεί τις ανθρωπομορφικές περί θείου ιδέες των ποιητών. Ο θεός μένει αμετάβλητος. Δεν ομοιάζει με τους ανθρώπους ούτε στο σώμα ούτε στην ψυχή. Ο κόσμος είναι ενιαίος και θείος. Ο Αριστοτέλης τον αναφέρει ως πρώτο εισηγητή του Ενισμού. Και λέγει: Ο μεν Παρμενίδης φαίνεται να πλησιάζει προς τον Ον όπως το εκλαμβάνει ο εννοιολογικός ορισμός, ο δε Μέλισσος προς το Ον το θεωρούμενο ως ύλη, δια τούτο ο μεν πρώτος θεωρεί το Ον πεπερασμένο ο δε δεύτερος άπειρον. Αλλά ο Ξενοφάνης δεν ομίλησε μετά σαφηνείας και δεν φαίνεται να αντελήφθη την φύση ούτε της λογικής ούτε της υλικής αιτίας, αλλά στρέψας το βλέμμα του εις όλο το σύμπαν είπε ότι το Εν είναι η θεότης. Ο Ξενοφάνης θεωρεί ακολουθών τους Μιλησίους φιλοσόφους, το σύμπαν ως ενιαίο και θείον. Το Εν του Ξενοφάνη δεν ταυτίζεται με το Εν του Παρμενίδη και δεν έχει φθάσει η σκέψη του εις την από οντολογικής και λογικής απόψεως σύλληψη της εννοίας του Ενός.

Ζήνων

Το Εν είναι όλως αόριστον. Δεν υπάρχει ούτε πολλότης, ούτε χώρος ούτε κίνησις. Ο κόσμος παράγεται εκ της συνθέσεως θερμού και ψυχρού.

Μέλισσος

Το Ον είναι αΐδιον και άπειρον. Το Ον είναι ενιαίο, ποσοτικώς και ποιοτικώς αμετάβλητον. Στον κόσμο υπάρχει μια ακίνητος θεία αρχή.

Γοργίας

Ουδέν υπάρχει. Και αν υπάρχει κάτι, δεν δύναται να γνωσθεί. Αν δε γνωσθεί δεν δύναται να μεταδοθεί δια του λόγου. «ούτε το ον έστιν ούτε το μη ον».

3. ΤΟ ΕΝ-ΟΝΤΩΣ ΟΝ

Παρμενίδης

Πατέρας της λογικής, του Ορθού Λόγου, θεωρείται ο γνωστός μας φιλόσοφος ο Ελεάτης Παρμενίδης. Στο έργο του «Περί φύσεως» διδακτικό ποίημα γραμμένο σε εξάμετρους στοίχους από το οποίο διασώζονται 163 στοίχοι, χρησιμοποιεί το ιερατικό επικό ύφος, παρουσιάζεται ως κατέχων γνώσιν αποκαλύφθησαν εις αυτόν από την θεάν, την συμβολίζουσαν το φως της ημέρας και της αληθείας ακολουθών το παράδειγμα του Ησιόδου εμπνεομένου υπό των Μουσών.

Το κύριο μέρος του ποιήματος αναφέρεται στις δύο μεθόδους της έρευνας, μέθοδοι που αποκλείονται αμοιβαία: αν κάποιος ακολουθεί την μία, είναι αδύνατον να πορευθεί την άλλη. Η μία είναι να δεχτεί κανείς ότι το είναι εστίν και η άλλη ότι το είναι ουκ εστίν. Από την μια είναι η μέθοδος της πειθώς, που ακολουθεί την αλήθεια, κι’ από την άλλη η άτοπη μέθοδος, που επιβάλλει την ανάγκη ύπαρξης του μη Όντος. Αλλά το μη Ον δεν μπορεί να το γνωρίσει κανείς ούτε και να το εκφράσει. Γιατί το «είναι» και το «νοείν» είναι το ίδιο. Εν αντιθέσει προς τας αντιλήψεις των Πυθαγορείων, οι οποίοι εξελάμβανον τους αριθμούς ως μη αποτελούντας συνέχειαν, τονίζεται ότι το Ον τυγχάνει ανεπίδεκτον διαιρέσεως. (Οι διαπιστώσεις τους αφορούν διαφορετικές οπτικές γωνίες του Όντος).

Υπάρχει όμως και μια τρίτη άποψη, αυτή των ανθρώπων που είναι ανήξεροι και παραπαίουν εδώ κι εκεί, ζώντες μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας, χωρίς να ακούνε και να βλέπουν τίποτα και δίχως κρίση. Αυτοί πιστεύουν άλλοτε, ότι το είναι και το μη είναι ταυτίζονται κι άλλοτε ότι είναι τελείως διαφορετικά.

Η βασική αρχή του Παρμενίδη συνοψίζεται λοιπόν στη φράση ότι το είναι διαφέρει εντελώς από το μη είναι, διότι το πρώτο έχει ύπαρξη. Η ανθρώπινη εμπειρία όμως οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα διότι βασίζεται στα φαινόμενα που δημιουργούν οι αισθήσεις ή σε αβάσιμες πληροφορίες.

Κατά τον Παρμενίδη τα χαρακτηριστικά του όντως Όντος είναι: Δεν έχει γένεσιν ούτε συγγενείς οντότητες, τυγχάνει «μονογενές», δεν ταράσσεται από συγκίνησιν και δεν είναι κάτι το ατελές το οποίον εχρειάσθει να αχθεί εις τελειοποποίησιν. Επειδή δεν έχει γένεσιν δεν έχει εξολοθρευμόν, υπάρχει ως ολότης χωρίς να διασπάται εις συγγενικά γένη, χωρίς να συνταράσσεται ούτε μπορεί να παραχθεί κατόπιν κατασκευής. Είναι ένα (μονιστική θεωρία του όντος), αιώνιο, ολότελα ομογενές, ενιαίο, αδιαίρετο, αγέννητο, άφθαρτο, ακίνητο και άπειρο σαν σφαίρα, σταθερό, χωρίς αρχή και τέλος. Το Ον δεν ήταν ποτέ ούτε θα είναι, αλλά αποτελεί ένα καθαρό «τώρα» και είναι νοητό σαν ένα συνεχές παρόν. Δύο περιπτώσεις υπάρχουν, να γεννήθηκε από το μη Ον ή από το Ον. Η πρώτη περίπτωση αποκλείεται αφού το μη Ον δεν υπάρχει, αλλά και η δεύτερη περίπτωση αναιρείται από το γεγονός ότι δεν μπορεί να γίνει από το Ον κάτι άλλο έξω από τον εαυτόν του, όπως και από το μη Ον δεν μπορεί να προκύψει Ον. Δεν αποδέχεται την αρχή «αιτίας και αποτελέσματος». Είναι ένα ολόκληρο, συνεχόμενο και συμπαγές σύνολο. Επειδή δεν έχει καμία έλλειψη, αλλά είναι ολοκληρωμένο και πλήρες, μπορεί να παρασταθεί σαν μια τέλεια σφαίρα, που ισορροπεί από το κέντρο προς όλα τα σημεία της. Μπορεί το Ον να έχει όρια εντός των οποίων το κρατάει η ανάγκη, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι πεπερασμένο, γιατί τα πέρατα αυτά είναι σαν εκείνα μιας τέλειας σφαίρας, η οποία είναι ουσιαστικά άπειρη, όχι με την έννοια του χαοτικού απείρου, αλλά του γεμάτου τάξη και αρμονία. Το Ον υπάρχει, είναι συνεχές και αδιαίρετο δηλαδή χωρίς κενό χώρο. «Είναι» και «πλήρωση χώρου» είναι το ίδιο και το αυτό, από την άλλη το «μη είναι», το «μη Ον» σημαίνει έλλειψη σωματικότητας, τον άδειο χώρο, το κενό. Δηλαδή είναι, σημαίνει το πλήρες και την πραγματικότητα. Ο κενός χώρος δεν έχει οντότητα. Αν είχε τότε θα βρισκόταν εκεί όπου απουσίαζε το Ον, εκεί δηλαδή που θα κυριαρχούσε το μηδέν. Το μηδέν, το μη Ον, δεν υπάρχει, άρα δεν υπάρχει κενό.

Είναι ακόμη το Ον «άναρχον και άπαυστον» διότι δι’ αυτό δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος, δεν υπόκειται εις κίνησιν, διότι κείται πάντοτε μέσα εις τον εαυτόν του. Δεν υπάρχει ως προς αυτό ουδεμία στέρησης. Δεν υφίσταται την διάσταση των χρονικών διαστάσεων του παρελθόντος και του μέλλοντος. Υπάρχει ως συνεχής παρουσία. Δεν διετέλεσε ποτέ εις την κατάσταση του παρελθόντος, διότι υπάρχει ως απολύτως αντιμετωπιζόμενον παρόν, υφιστάμενον εξ’ ολοκλήρου σε αδιάσπαστη ενότητα.

Περί αυτού δύναται κάποιος να ειπεί μόνον ότι είναι, όχι ότι ήταν ή θα είναι. Θεωρώντας υπό την προοπτική αυτή το Ον ο Ελεάτης φιλόσοφος, περιέχεται εις οξυτάτην αντίθεσιν προς τους Ίωνες φιλοσόφους, οι οποίοι έθετον πρόβλημα περί της γενέσεως των όντων. Ο Παρμενίδης διδάσκει ότι γένεση δεν υπάρχει. Αν δεχθώμεν γένεση, δεχόμεθα ότι ένα Ον παράγεται εκ του μη Όντος. Αλλά τούτο κατά την άποψη του είναι όλως απαράδεκτο. Εις την θέσιν λοιπόν εις την οποίαν ετοποθέτουν οι Ίωνες την ποικιλίαν της γενέσεως, ο Παρμενίδης τοποθετεί το αναλλοιώτως υφιστάμενον Ον. (Θα λέγαμε ότι το πεδίο ερεύνης του Παρμενίδη περί του Όντως Όντος είναι διαφορετικό και υπεράνω του πεδίου ερεύνης των Ιώνων φιλοσόφων, γι’ αυτό και μπορούμε να δεχθούμε ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ τους). Το νόημα των διδασκαλιών του Παρμενίδη είναι ότι δυνάμεθα δια της νοήσεως, υπερβαίνοντες την υποκειμενικότητα, να αντιληφθώμεν τον σταθερόν οντολογικόν πυρήνα, να εισδύσωμεν εις το οντολογικόν του Όντος νόημα.

Για την απλοϊκή αισθητηριακή αντίληψη, η διαφορετικότητα των πραγμάτων χάρη στην οποία αυτά παρουσιάζονται πολλά και πολλαπλά, συνίστανται στον διαχωρισμό τους με την παρέμβαση του κενού χώρου. Κάθε κίνηση συνίσταται στην μετατώπιση που υφίσταται το «πλήρες» μέσα στο «κενό». Επομένως αν δεν υπάρχει κενό τότε ούτε η πολλαπλότητα ούτε η κίνηση είναι πραγματικές.

Ο Παρμενίδης μας εκθέτει και ένα άλλο είδος έρευνας στον κόσμο της εμπειρικής γνώσης και πραγματικότητας, της δοξασίας(δόγμα). Ενώ στην οδό της αληθείας, της αληθινής πραγματικότητας, οι προτάσεις μπορεί να είναι απολύτως αληθείς ή απολύτως ψευδείς, οι προτάσεις για τα δεδομένα της εμπειρίας δεν είναι ποτέ απολύτως αληθείς ή ψευδείς αλλά «γνώμες» που προϋποθέτουν την αναγνώρηση της πολλαπλότητας και της μεταβλητότητας και υπόκεινται σε κριτική, διόρθωση ή αναίρεση.

Κατά τον Russell η ιστορική σημασία του Παρμενίδη έγκειται στο γεγονός ότι επινόησε ένα είδος μεταφυσικής απόδειξης που από υπό τη μία ή την άλλα μορφή απαντά στους περισσοτέρους μεταφυσικούς μέχρι και τον Hegel. Λένε συνήθως πως ο Παρμενίδης εφηύρε τη λογική, αλλά αυτό που πραγματικά εφηύρε ήταν η μεταφυσική βασισμένη στη λογική.

Πολύ σπουδαίες είναι και οι γνωσιολογικές αρχές, τις οποίες εισάγει πρώτος ο Ελεάτης σοφός. Η κυριωτέρα εξ όλων είναι εκείνη ή οποία εκφράζεται δια της προτάσεως: «Το γαρ αυτό νοείν έστι τε και είναι». Δηλαδή αυτό που νοούμε υπάρχει και ταυτίζεται με το υπάρχον το νοητό. Εκείνο που δεν έχει ύπαρξη δεν δύναται να νοηθεί και να γνωσθεί. Την αληθή έννοια της ανωτέρω ρήσης διασαφηνίζει και το παρακάτω απόσπασμα.

«ταυτόν δ’ εστίν νοείν τε και ούνεκεν έστι νόημα, Ου γαρ άνευ του εόντος, εν ω πεφατισμένον εστίν Ευρήσεις το νοείν, ουδέν γαρ (ή) εστίν ή έσται Άλλο πάρεξ του εόντος

Είναι έν και το αυτό το νοείν με εκείνο που είναι αίτιον ή υποκείμενο της νοήσεως, διότι δεν μπορείς να βρεις το νοείν άνευ του όντος, στο οποίο τούτο εκφράζεται. Διότι ουδέν ή υπάρχει ή θα υπάρχει άλλο πλην του όντος.

Ο Παρμενίδης δηλαδή, δέχεται ότι η νόησις έχει την δύναμιν να αποκαλύψει το υπάρχον Ον. Δια των νοητικών ενεργειών είναι δυνατόν να αντιληφθώμεν το οντολογικώς υπάρχον. Αλλ’ ο Παρμενίδης δεν εξισώνει το νοείν με την διανοητική σκέψιν. Η ύπαρξις παύει να θεωρείται ως κάτι το αυτονόητον, γίνεται απόρροια ή οποία επιζητεί μία λύσιν. Έτσι χριστιανική αντίληψη περί υπάρξεως αναμφισβήτητου μη κατανοητής πραγματικότητας από οντολογικής απόψεως, τίθεται υπό αμφισβήτηση και αναίρεση.

Πλάτων. Η πλατωνική οντολογία

Ο Πλάτων θέτει ως απορρητικόν ερώτημα αυτήν ταύτην την «ουσίαν». Δεν περιορίζεται να ερευνήσει μαζί με τον Σωκράτη τι είναι τούτο ή εκείνο το Ον. Θέλει να μάθει τι είναι τέλος πάντων αυτό το οποίο εννοούμε όταν λέγομε Ον. Θέτει συγκεκριμένως την οντολογική απορίαν. Τι είναι ουσία. Με την λέξιν ουσίαν δια πρώτην φοράν ο Πλάτων θέλει να εκδηλώσει ότι υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί μέσα στο σύμπαν γενικώς την σταθεράν βάσιν. Κάτι το οποίον συντηρεί και δίδει ύπαρξιν εις όλα τα όντα. Διατυπώνει την οντολογικήν πραγματοκρατίαν (ρεαλισμόν). Εις τον Σοφιστή 248Ε γράφει. (τι δε μα τον Δία; Θα πεισθώμεν ευκόλως ότι πραγματικώς εις το ολοκληροτικώς υπάρχων Ον δεν υπάρχει κίνησις και ζωή και ψυχή και φρόνησις, και ότι αυτό ούτε ζωήν ούτε φρόνησιν έχει, αλλά με σεμνότητα και αγιότητα, χωρίς να έχει νουν και κίνησιν θα διατελεί εις αιωνίαν ηρεμίαν; Μίαν τοιαύτην αποστέρησιν ζωής και φρονήσεως από το Ον ο Πλάτων δεν την δέχεται. Κατ’ αυτόν το «παντελώς Ον» δηλαδή η καθαυτό γνησία και πρωταρχική ουσία, έχει και ζωήν και κίνησιν και νόησιν. Σε αντίθεση είναι το «μηδαμή ον» το εις απόλυτον σημασία νοούμενο μηδέν. Μεταξύ αυτών τοποθετεί το σχετικό μηδέν δηλαδή την ετερότητα. Το Ον ταυτίζεται κατά τον Πλάτωνα με το θείον, ο δε φιλόσοφος έχει εστραμμένα τα μάτια της ψυχής του εις το όραμα του θείου Όντος το οποίο εμφανίζεται και αντικρίζεται δια λογισμών και όχι δια αισθήσεων και που ο Πλάτων ονομάζει «ιδέαν». Οι ιδέες είναι οι απόψεις δια των οποίων εμφανίζεται και γίνεται αντιληπτό το Ον, είναι τα πρότυπα με βάση τα οποία έχουν φτιαχτεί τα αισθητά, που αποτελούν ομοιώματα των Ιδεών. Κατά τον Πλάτωνα η ενόρασις του Όντος είναι δυνατή δια «λογισμών». Η χρήσιμοποίηση των λογισμών αποτελεί την «διαλεκτικήν» μέθοδον. (Φαίνεται ότι το πεδίο διαλογισμού του Πλάτωνος είναι μια βαθμίδα παρακάτω από αυτό του Παρμενίδη και συνηγορεί αποδεικτικά, και κάτω από το πεδίο του Πλάτωνος είναι το πεδίο διαλογισμού των Ιώνων φιλοσόφων).

Στο έργο του Πλάτωνα «Παρμενίδης» η κριτική του φιλοσόφου Παρμενίδη προσπαθεί να καταδείξει πως, αν απορρίψει το ενιαίο και παραδεχθεί κάποιος την ύπαρξη δύο χωριστών πραγματικοτήτων, της νοητής και της αισθητής, αναγκαία συνέπεια της παραδοχής του είναι η αντίληψη πως ο ένας κόσμος δεν μπορεί να γνωρίζει τίποτα για τον άλλο. Ούτε ο θεός, ευρισκόμενος στην πραγματικότητα των ιδεών, θα γνώριζε τίποτα για τον ανθρώπινο κόσμο υποστηρίζει.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να αναλύσουμε τις οκτώ (εννέα κατ΄ άλλους, Πρόκλος) υποθέσεις του Παρμενίδη και πως εννοιολογικά τεκμηριώνει την θέση του αυτή. Απαύγασμα βαθύτατης νόησης, με αξιώματα και Ορθό Λόγο αποδεικνύει νοητικά την αντικειμενική πραγματικότητα ως ενιαία.

Στις τέσσερες πρώτες ερευνώνται οι συνέπιες τόσο για το Εν όσο και για τα πράγματα που είναι άλλα από το Εν. Στις άλλες τέσσερες οι υποθέσεις αρνούνται την πραγματικότητα του Ενός, και ερευνώνται εκ νέου οι συνέπειες τόσο για το Εν όσο και για τα πράγματα που είναι άλλα από το Εν.

Και για να εννοηθούν καλύτερα παραθέτουμε τα παρακάτω. Στην 1η υπόθεση 137b λέει «είτε Εν εστί είτε μη Εν (εστί εννοείται) τι χρη συμβαίνειν. Δύναται να εννοηθεί και ως εξής. Τι είναι απαραίτητο να συμβεί αν υπάρχει το Εν ή αν υπάρχει το μή Εν. Στην 5η υπόθεση160c αναφέρει. (Μόνον διαφέρει ή είναι τελείως αντίθετο το «άν δεν υπάρχει το μή Εν» από το «αν δεν υπάρχει Έν»; Ακριβώς το αντίθετο) Άρα «αν δεν υπάρχει το Εν» και «αν υπάρχει το μη Εν» είναι το ίδιο, καθ΄ όσον «άν δεν υπάρχει το μή Έν» και «αν υπάρχει το μη Εν» είναι αντίθετα όπως αναφέρεται ανωτέρω. «Αν το Εν δεν υπάρχει» ή άλλως «αν υπάρχει το μη Εν» θεωρούμενο απολύτως και ανεξαρτήτως των άλλων, δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί τίποτα για το μη Εν άρα και για το Εν, (θεωρώντας το σύνολο Κόσμου = Εν + μη Εν). Αν θεωρήσουμε δηλαδή ότι κόσμος είναι το σύνολο Εν και μη Εν, τότε το να υποθέτουμε αν «το Εν δεν υπάρχει» και αν «υπάρχει το μη Εν» είναι το ίδιο. Στην ενάτη υπόθεση γίνεται συνδιαλλαγή των δύο πρώτων με την έννοια του «εξαίφνης».

1. Αν το Εν υπάρχει απολύτως και ανεξαρτήτως των άλλων, δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί τίποτα για το Εν.

2. Αν το Εν υπάρχει συσχετικώς προς τα άλλα, είναι δυνατόν να ειπωθούν τα πάντα για το Εν.

3. Αν το Εν υπάρχει απολύτως και ανεξαρτήτως των άλλων, δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί τίποτα για τα άλλα.

4. Αν το Εν υπάρχει συσχετικώς προς τα άλλα, είναι δυνατόν να ειπωθούν τα πάντα για τα άλλα

5. Αν το Εν δεν υπάρχει θεωρούμενο απολύτως και ανεξαρτήτως των άλλων, δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί τίποτα για το Εν.

6. Αν το Εν δεν υπάρχει θεωρούμενο συσχετικώς προς τα άλλα, είναι δυνατόν να ειπωθούν τα πάντα για το Εν.

7. Αν το Εν δεν υπάρχει θεωρούμενο απολύτως και ανεξαρτήτως των άλλων, δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί τίποτα για τα άλλα.

8. Αν το Εν δεν υπάρχει θεωρούμενο συσχετικώς προς τα άλλα, είναι δυνατόν να ειπωθούν τα πάντα για τα άλλα.

9. Συνδιαλλαγή των αντιφατικών συνεπειών των δύο υποθέσεων 1 και 2 δια της εννοίας της κινήσεως και δια της εννοίας του «εξαίφνης», δηλαδή της αχρόνου στιγμής.

Εάν θελήσουμε να συμπτύξουμε τις δύο πρώτες υποθέσεις θα ίδωμεν ότι το Εν είναι ενότης και πλήθος και συγχρόνως δεν είναι ούτε ενότης ούτε πλήθος, έχει δε και χρονική ύπαρξη. Από αυτό συνεπάγεται ότι το Εν μεταπίπτει από την γένεση στη φθορά και τανάπαλιν. Αυτό προϋποθέτει κινητικότητα και αλλοίωση. Ο Πλάτων στον «Παρμενίδη» αποδεικνύει ότι δεν δύναται να συντελεσθεί αυτό εντός μιας χρονικής στιγμής, η οποία θα είχε καθορισμένη διάρκεια. Η αλλοίωση για να υπάρξει πρέπει να συντελεσθεί εντός μιας αχρόνου στιγμής η οποία ονομάζεται «εξαίφνης» Το «εξαίφνης» χαρακτηρίζεται σαν «άτοπός τις φύσις» δηλαδή παράδοξο γεγονός, η οποία «εγκάθηται μεταξύ της κινήσεώς τε και στάσεως, εν χρόνω ουδενί ούσα» (είναι καθισμένη μεταξύ της κινήσεως και της στάσεως, χωρίς να δύναται να εντοπισθεί εις εν χρονικόν σημείον). Δια της εννοίας του «εξαίφνης» θέλει ο Πλάτων να εξηγήσει την δυνατότητα της εννοίας της μεταβολής.

Αυτή η έννοια του «εξαίφνης» μας παραπέμπει στην σύγχρονη έννοια του χωροχρονικού συνεχούς στον χώρο των τεσσάρων διαστάσεων όπου δεν υπάρχει χρονική μεταβολή, παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι το ίδιο στάσιμο. Δηλαδή στη περιοχή του Ενός επικρατεί χωροχρονικό συνεχές και έτσι αιτιολογείται η ανωτέρω θέση του Πλάτωνα με το «εξαίφνης». Σύγχρονες θεωρίες πχ της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας αποδεικνύουν ότι ένας τέτοιος χώρος υπάρχει και είναι δυνατή η μετάβαση από ένα χρονικό σημείο στο άλλο σαν χωρική μετατόπιση σε μηδενικό χρόνο.

Αριστοτέλης. Αριστοτελική οντολογία

Οι σχετικές του έρευνες τον είχαν φθάσει στο συμπέρασμα ότι ουσία είναι εκείνο το οποίον αποτελεί τον αχώριστον οντολογικό πυρήνα οιουδήποτε όντος. Ο Πλάτων εδέχετο ότι οι ιδέες αποτελούν την ουσίαν των όντων, εδίδασκεν όμως ότι τα όντα δεν «κατέχουν» κατ’ άμεσον τρόπον μέσα εις τον εαυτόν τους τις ιδέες, αλλά απλώς «μετέχουν» εις αυτές. Εχώριζε κατά κάποιον τρόπον τις ιδέες από τα αισθητά, δεχόμενος συνάμα ότι τα αισθητά όντα έχουν κατασκευασθεί με πρότυπα τις ιδέες. Κατά της θεωρίας του «χωρισμού» εστράφει ο Αριστοτέλης. Εάν είπε χωρίσωμεν την ιδέαν από το αισθητόν, επειδή αυτή αποτελεί τον οντολογικόν πυρήνα του αισθητού, τούτο θα μείνει χωρίς ουσιαστικόν οντολογικόν περιεχόμενον και ολόκληρος η αντικειμενική πραγματικότης θα χάσει την οντολογικήν της υπόστασιν. Δια τούτο εσκέφθη ο Σταγιρίτης, πρέπει να καταβιβάσωμεν την ιδέαν εις τον αισθητόν κόσμον και να την θεωρήσωμεν υφισταμένην μέσα εις τον αισθητόν. Κάθε αισθητό αντικείμενον υφίσταται επειδή έχει μέσα του ένα οντολογικόν πυρήνα. Αυτόν τον οντολογικόν πυρήνα, ο οποίος δίδει εις το αισθητό Ον οντολογικήν αξίαν και ύπαρξιν, τον ονομάζει χρησιμοποιών τον πλατωνικόν όρον «είδος». Διακρίνει τις παρακάτω οντολογικές κατηγορίες 1) δυνάμει ον, την ύλη. 2) ενεργεία ον, 3) ον των κατηγοριών, 4) ον ως αληθές και μη ον ως ψεύδος, 5) έξω ον και χωριστό, 6) ον κατά συμβεβηκώς.

Όπως λέγεται περί του Σωκράτους ότι κατεβίβασε την φιλοσοφίαν από τον ουρανόν εις την γην, κατά τον αυτόν τρόπον δύναται να λεχθεί ότι και ο Αριστοτέλης κατεβίβασε την ιδέαν από τον υπερουράνιον τόπον εις την αισθητήν πραγματικότητα. Ουδεμία ιδέα δύναται να έχει οντολογικήν υπόστασιν. Εθεώρησε ως οντολογικάς αρχάς αποτελούσας την ουσίαν των όντων τα είδη και διέκρυνε αυτά εις ένυλα και εις καθαρά (απηλλαγμένα ύλης) την υψίστην θέσιν μεταξύ των ειδών κατέχει ο θεός θεωρούμενος ως κατά πάντα απηλλαγμένος πάσης υλικότητος είδος. Κατώτερον βα

θμόν καθαρότητος έχουν οι νόες μετά οι ανθρώπινες ψυχές και τα ένυλα είδη.

Ο οντολογικός πυρήνας, το είδος του Αριστοτέλους, αντιστοιχεί στα κβαντομηχανικά πεδία. Σήμερα λέγομε ότι τα χημικά στοιχεία και η ύλη είναι φορείς κβαντομηχανικών πεδίων μη ακόμη πλήρως μελετηθέντων και άλλοι, πιο τολμηροί ερευνητές(κυρίως φυσικοί), κατέληξαν σε εικασίες, ότι ο μηχανισμός επεξεργασίας πληροφοριών του νου βασίζεται σε μυστηριώδεις μοριακούς μηχανισμούς, κβαντικά φαινόμενα και άγνωστα ακόμη πεδία. Παρόμοια, ο φυσικομαθηματικός Roger Penrose προτείνει στο βιβλίο του Shadows of the Mind, ότι οι υψηλότερες συνθετικές ικανότητες του νου, οφείλονται σε κβαντικά φαινόμενα στιγμιαίου αλληλεπηρεασμού διαφόρων σημείων του εγκεφάλου, που λαμβάνουν χώρα στους λεγόμενους μικροσωληνίσκους (microtubyles). Αυτοί είναι εξαιρετικά μικροί σωλήνες από πρωτεΐνη, που χρησιμεύουν σαν ένα είδος σκελετού για τα κύτταρα.

Δηλαδή η θεμελιώδης βάσις των οντολογικών και θεολογικών του Αριστοτέλους αντιλήψεων είναι η περί της πολλαπλότητος των σημασιών του Όντος θεωρία. Το Ον εμφανίζει πολλές περιοχές οι οποίες διαφέρουν αλλήλων. Άλλη είναι η περιοχή των θείων όντων, άλλη η των αϊδίων ουρανίων σωμάτων, άλλη η περιοχή των ενύλων ουσιών οι οποίες υπάρχουν εντός του υπό την σελήνην χώρου. Η ενότης του σύμπαντος είναι αναλογική. Εις πρωταρχικήν σημασίαν, Ον δύναται να χαρακτηρισθεί ο θεός, όλα δε τα άλλα όντα έχουν οντολογικήν ύπαρξιν όχι την αυτήν με τον θεόν, αλλ’ ανάλογον. Με την αντίληψιν αυτήν διεσπάσθη ο άκαμπτος οντολογικός ενισμός και κατέστη νοητή η οντολογική κλιμάκωσις, η υφισταμένη εις το δεδομένον σύμπαν. Η όλη άρα οντολογική κατασκευή του αριστοτελικού συστήματος στηρίζεται επί της διακρίσεως των κατηγορικών σημασιών του Όντος και επί της σαφούς διαστολής των καταστάσεων της απλής δυνατότητος από τας καταστάσεις της πλήρους ενεργείας και ενδελεχείας. Φαίνεται πόσο πολύ κοντά στην σημερινή πραγματικότητα προσεγγίζουν οι οντολογικές θέσεις του Αριστοτέλους και του Πλάτωνος και πόσο αντικειμενική αξιολόγηση της θεωρίας του Παρμενίδη κάνει ο Πλάτων.

Νεοπλατωνισμός

Με τον όρο Νεοπλατωνισμό ονομάζομε την τελευταία ειληκρινή και αντικειμενική φιλοσοφική εκδήλωση του Ελληνισμού τον +3ο αιώνα από τον Πλωτίνο και άλλους που με βάση τον Πλάτωνα προσπάθησαν να παρουσιάσουν την θεολογία της Ελληνικής θρησκείας σε μία ολοκληρωμένη οντολογική θεωρία με επιδράσεις στωικές, πυθαγόρειες, αριστοτελικές και ανατολικές μυστικιστικές για να ανακόψουν το ρεύμα του απλού λαού στις παραπλανητικές και κολακευτικές ιδέες του Χριστιανισμού. Το φιλοσοφικό αυτό σύστημα διακρίνει τον αισθητό και πνευματικό κόσμο και προσπαθεί να τους συνδέσει καθώς και να αναγάγει την φιλοσοφία στη θέση της θρησκείας.

Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η ύπαρξη του Ενός το οποίο αποτελεί την αρχή και την αιτία των πάντων. Βασική ιδιότητά του είναι η ενοποίηση μέσα του όλων των υπάρξεων κατά τρόπο μυστικό και απόρρητο. Από αυτήν την έννοια ενότητα χαρακτηρίζεται ως Ενάδα. Το Εν είναι υπερβατικό (εξηρημένον), ανεξάρτητο πάνω από κάθε οντότητα και ουσία (υπερούσιο), δεν δέχεται την συμμετοχή κανενός (αμέθεκτον), και δεν είναι αντιληπτό από κανένα λόγο, γνώση ή συλλογιστική προσπάθεια (άληπτον, άρρητον, άγνωστον), μπορεί κάποιος να έλθει σε μερική επαφή μαζί του μόνο με την ενέργεια του νου, που βρίσκεται αμέσως κάτω από αυτό. Προσδιορίζεται από αγαθότητα και ταυτίζεται με το απόλυτο Αγαθό. Το Εν αυτό δεν λαμβάνει στον Νεοπλατωνισμό προσωπική χροιά και κατ’ ουδένα τρόπο ταυτίζεται με τον χριστιανικό Θεό.

Το Εν αυτό διατηρεί την υπερβατικότητά του, αλλά ταυτόχρονα έχει και μια άλλη πλευρά το Εν-Ον που επιδέχεται τη συμμετοχή των κατωτέρων του όντων, και ως φυσική του ιδιότητα ξεκινάει την πρόοδο-εκπόρευση ή κάθοδο, την δημιουργία δηλαδή κατωτέρων υποστάσεων. Η πρόοδος αυτή δεν αποτελεί υποβάθμιση του ιδίου, αλλά είναι κάτι που εντάσσεται μέσα στην φυσική του αγαθότητα. Η δημιουργία αυτή δεν εντάσσεται μέσα στον χρόνο, ούτε καν στην αιωνιότητα, αλλά είναι προαιώνια.

Το πρώτο που δημιουγείται από το Εν είναι ο Νους, ο οποίος είναι ταυτόχρονα νοητό, νόηση και νοητικό ή νοερόν (αντικείμενο, ενέργεια και υποκείμενο της νόησης ή, κατά έναν άλλο διαχωρισμό, Ένα Ον-Ουσία, ζωή και καθαυτό νους). Μέσα σε αυτόν εντάσσεται ο κόσμος των πλατωνικών Ιδεών ή Ειδών. Οι Ιδέες αυτές αποτελούν τα όντως όντα, τις αληθινές ουσίες, τα νοητά πρότυπα-υποδείγματα με βάση τα οποία διαμορφώνονται τα κατώτερα όντα ως εικόνες τους και τα οποία δίνουν στα υλικά σώματα λόγον, δηλαδή προσδιορισμό. (Ο λόγος αυτός έχει στωική προέλευση και ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την ουσία και τις ιδέες, δηλώνοντας την δύναμη που δίνει μορφή στην ύλη και τα κατώτερα όντα ως λογική, και η οποία ενυπάρχει και στον άνθρωπο, δίνοντάς του την ικανότητα να γνωρίζει τον κόσμο που διέπεται από αυτή την λογική).

Από τον Νου προέρχεται ο κόσμος της Ψυχής, τόσο της καθολικής-κοσμικής, όσο και των επί μέρους ψυχών, που επιδέχονται την συμμετοχή της ύλης και βρίσκονται ενωμένες με αυτή στα εδώ υλικά έμψυχα σώματα. Τελευταία δημιουργία είναι η Ύλη, ο υλικός κόσμος, ο οποίος χαρακτηρίζεται από έλλειψη οντότητας και αληθινής ουσίας-ύπαρξης, αφού είναι αρκετά απομακρυσμένος από το Εν Ον, όπου βρίσκεται η αληθινή ουσία και ύπαρξη. Επειδή ευρίσκεται πολύ πιο μακριά από το Εν χαρακτηρίζεται από ποικιλομορφία και το κακό εισδύει με την μορφή της έλλειψης του Ενός-Αγαθού. (Ελλειψη του Ενός- Όντως Όντος δεν σημαίνει και απουσία του).

Το Εν, ο Νους και η Ψυχή αποτελούν την κορυφαία τριάδα του κόσμου, ενώ η Ύλη αποτελεί την κατωτάτην υπόσταση. Κάθε ον, δηλαδή, ενυπάρχει κατ΄ αιτίαν στις προηγούμενές του βαθμίδες, κατ΄ ουσίαν στη δική του βαθμίδα, και κατά μέθεξη στα κατώτερά του. Κάθε βαθμίδα προοδεύει προς τις κατώτερες υποστάσεις, αλλά ταυτόχρονα επιστρέφει προς την προηγούμενή της μέσα στη οποία εμπεριέχεται και βρίσκεται εδραιομένη, σταθεροποιημένη και τελειοποιημένη. Έτσι ολόκληρο το σύμπαν χαρακτηρίζεται τόσο από την καθοδική, όσο και από την ανοδική πρόοδο.

Σύμφωνα με τον Πρόκλο διαπιστώνουμε τρία στάδια στην οντολογική πορεί της προόδου και των υποβαθμίσεων: τη μονή (τη σταθερότητα, την εδραίωση μέσα στις ανώτερες ενιαίες υποστάσεις και τη διατήρηση της ανάλογης στη κάθε βαθμίδα ενότητας), την πρόοδο και δημιουργία των μερικών οντοτήτων, και την επιστροφή στην αρχή, με την οποία κλείνει ο κύκλος της προόδου και της δημιουργίας. Το όντα με αυτή την επιστροφή λαμβάνουν πέρας και τελειοποιούνται και έτσι διασφαλίζεται η διαλεκτική ενότητα του σύμπαντος.

4. Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΘΕΟΣ

ΔΟΓΜΑ

Δόγμα στην αρχαία ελληνική γλώσσα σημαίνει ότι φαίνεται καλό σε κάποιον, γνώμη, δοξασία. Σήμερα σημαίνει κυρίως φιλοσοφικές ή θρησκευτικές δοξασίες, μη επιδεχόμενες αμφισβήτηση του κύρους τους, επιβαλλόμενο υπό αυθεντίας χωρίς απόδειξη, ανώτερο πάσης κρίσεως και επομένως υποχρεωτικώς δεκτό. Εις τους μετά τον Αριστοτέλη χρόνους, θεωρείται ότι το δόγμα αντιτίθεται στη σκέψη. Ο Πλάτων ονόμασε την πίστη(δόγμα είναι η εικασία με την πίστη), νόθο συλλογισμό και κατώτερη γνωσιολογική λειτουργία από την διάνοια και την νόηση, επί μέρους έννοιες της επιστήμης.

Δογματική είναι κλάδος της θεολογίας στον οποίον εκτίθενται σε συστηματική ενότητα οι υπερφυσικές αλήθειες που πηγάζουν από τη θεία Αποκάλυψη. Κατά τον Χρ. Ανδρούτσο η δογματική είναι «η επιστημονική έκθεση» της περί της πίστεως χριστιανικής διδασκαλίας και δεν επιτρέπονται υποκειμενικές θεολογικές ή φιλοσοφικές γνώμες και θεωρητικές κατασκευές, αναφερόμενες στην ουσία του δόγματος και την αλήθεια του.

Ο καθηγητής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Α. Θεοδώρου αναφέρει 173 δόγματα και ότι την ενότητα της εκκλησίας απαρτίζουν:

1) Η μία πίστη. Υπάρχει μία πίστη και όποιος διαστρεβλώνει ένα δόγμα γίνεται αιρετικός και τίθεται εκτός εκκλησίας.

2) Η μία θεία λατρεία.

3) Το ένα διοικητικό πολίτευμα. Το ορθόδοξο πολίτευμα είναι ιεραρχικό και συνοδικό. Οι σχισματικοί, όσοι δηλαδή προσβάλουν το πολίτευμα αυτό, αποκόπτονται όπως και οι αιρετικοί από τους κόλπους της εκκλησίας.

Σημείωση: Επειδή η λέξη θεός είναι επίθετο και προσδιορίζει ιδιότητες του στους Έλληνες θεούς τη γράφουμε με μικρό γράμμα θ, ενώ στον Χριστιανισμό επειδή χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό όνομα (κακώς βέβαια) τη γράφουμε με μεγάλο Θ. Αντιγράφουμε από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου τα παρακάτω περί Δογματική και Κύρια χαρακτηριστικά

Δογματική

Ο χριστιανικός Θεός, ο Ιεχωβά (Εβραϊκά σημαίνει ων ο υπάρχων, ο ζων) αναφέρεται στη Παλαιάν Διαθήκην ότι είναι ένας και μόνος, παντογνώστης, πάνσοφος, παντοδύναμος και παντοκράτωρ, που εδημιούργησε τα πάντα και προνοεί συντηρών και κυβερνών τον κόσμον. Απαραίτητος προϋπόθεσις προς εξήγησιν της υπάρξεως του ανθρώπου και όλων των συναφών προς αυτήν προβλημάτων είναι η πίστις εις την ύπαρξιν του ενός και μόνου αληθινού Θεού. Η ύπαρξη του Θεού αποτελεί αναμφισβήτητον αλήθειαν δια τον χριστιανόν, ο οποίος παραδέχεται Αυτόν όχι ως άψυχον σώμα, ή φυσικήν δύναμιν ή ουράνιον σώμα ή καταπληκτικόν στοιχείον ή φαινόμενον ή ψυχρόν αδιάφορον απροσπέλαστον η ως σκυθρωπόν Δεσπότην, αλλά τον θεωρεί πατέρα παντοκράτορα, φιλόστοργον και προσηνή, ο οποίος περιβάλλει τον άνθρωπον δια της απείρου αυτού αγάπης, εκφαινομένης δια της προνοίας του προς συντήρησην και σωτηρίαν των ανθρώπων και οφείλουμε το παν εις τον επουράνιον πατέρα και Θεόν. Κατά την διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας η γνώσις της ουσίας του Θεού είναι ακατάληπτος, απρόσιτος και απροσπέλαστος εις την πεπερασμένην διάνοιαν του ανθρώπου. Διότι δια της επιστημονικής γνώσεως δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν τα κατάλληλα κατηγορούμενα, δια των οποίων να εκφρασθεί το πλήρωμα της θείας ουσίας, επίσης δεν είναι δυνατόν να εξευρεθούν τα κατάλληλα ονόματα, με τα οποία θα εκφράζεται συνολικώς το περιεχόμενον της θείας ουσίας του υπερκείμενου Όντος. Η επιστημονική γνώσις ορμάται μόνον εκ των κατ’ αίσθησιν όντων και διαμορφώνει περί αυτών εννοίας, κατόπιν ερεύνης των σχέσεων αυτών ως προς το ποσόν το ποιόν, την ενέργειαν και την αλληλεπίδρασιν τούτων καθ’ ότι αφορά τον πεπερασμένον κόσμον, όπου και μόνον έχουν αυταί την επέκτασιν της δυνάμεώς των. Ο Θεός όμως είναι ον υπερκείμενον της κατ’ αίσθησιν αντιλήψεως και της εν γένει σφαίρας των πεπρασμένων όντων, ως υπεραισθητόν δε και άπειρον ον ο Θεός δεν δύναται να αποτελέσει υποκείμενον επιστημονικής γνώσεως και ερεύνης, κατά μείζονα δε λόγον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη και η ουσία αυτού, όπως αποδεικνύει κάποιος τας μαθηματικάς, φυσικάς και λοιπάς εννοίας. Άλλως τε η επιστημονική έρευνα του Θεού προσκρούει εις την έννοιαν της πίστεως, της οποίας και μόνης υποκείμενος είναι ο Θεός. Η Βίβλος καλεί τον Θεόν αόρατον και κατοικούντα «εν απροσίτω φωτί» κατά τον απόστολον Παύλον τον Θεόν γιγνώσκομεν «εκ μέρους μόνον» η δε άμεσος γνώσις του Θεού μόνον εις την πέραν του τάφου ζωήν θα γίνει «ένθα οψόμεθα αυτόν, καθώς εστί».

Κατά τον Ανδρούτσον οι αποδείξεις περί Θεού είναι τέσσαρες. 1) Η κοσμολογική κατά τον νόμον της αιτίας 2) Η τελολογική εκ της τάξεως του κόσμου. 3) Η ηθική εκ της ηθικής τάξεως του κόσμου. 4) Η οντολογική του Ανσέλμου εκ της εννοίας του Θεού ως υψίστου. Ανασκευάσθηκε υπό του Καντ.

Κύρια χαρακτηριστικά

1. Ο Θεός εκλαμβάνεται ως προσωπική υπόσταση και ως αρχή όχι μόνον της ουσίας αλλά και της υπάρξεως.

2. Ο κόσμος θεωρείται ως κάτι το οποίο δημιουργήθηκε υπό του Θεού. Δεν έχει ιδίαν αιώνια υπόσταση.

3. Ο κόσμος και ο άνθρωπος διοικούνται υπό της θείας Προνοίας.

4. Η ψυχή θεωρείται ως πνευματική αθάνατος προσωπική οντότης.

5. Οι σχέσεις Θεού ανθρώπου είναι σχέσεις αγάπης.

6. Η διδασκαλία της ενανθρωπίσεως του Ιησού.

7. Η αξία της αγάπης.

8. Μέσον επίγνωσης του Θεού και της θρησκευτικής τελείωσης είναι η πίστη.

9. Η ιδέα του ανθρωπισμού και της θεώσεως.

10. Ο χρόνος δεν είναι κυκλικός αλλά με ευθύγραμμη πορεία οδηγεί στη αιωνιότητα.

Παραθέτουμε αυτούσια αποσπάσματα από το βιβλίο «απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά του καθηγητή πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέα Θεοδώρου. Αντιγράφουμε.

Υπάρχει Θεός;

Το περί Θεού ερώτημα ανεβαίνει αυθόρμητα στην συνείδηση του κάθε ανθρώπου, ο οποίος ως σκεπτόμενο πρόσωπο, δεν μπορεί να νοήσει εαυτόν και να συλλάβει το νόημα του κόσμου έξω και ανεξάρτητα από την ιδέα του Θεού. Αισθάνεται ότι δεν είναι όν αυθύπαρκτο, ότι είναι πλάσμα, πίσω από το οποίο υπάρχει ποιητική αρχή, από την οποία εξαρτάται και προς την οποία αναφέρεται. Στη βάση αυτή θεμελιώνεται η θρησκευτικότητα του λογικού όντος, που σημαίνει ελεύθερη πνευματική σχέση και εξάρτηση από τον δημιουργό του.

Το περί Θεού ερώτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ανάλογο με τη σημαντικότητα της έννοιας του Θεού, που αποτελεί το αντικείμενο αναφοράς του. Είναι ερώτημα καίριο που θέτει μόνον ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος. Η άλογη κτίση δεν έχει τέτοιου είδους ευαισθησίες και δεν διατυπώνει παρόμοια ερωτήματα, δεν έχει ανάλογους προβληματισμούς. Μόνον ο άνθρωπος ερωτά, γιατί είναι η λογική εικόνα του Θεού. Στο περί υπάρξεως του Θεού ερώτημα ανάγεται ο άνθρωπος και από έναν άλλο, όχι λιγότερο σημαντικό, λόγο, από το γεγονός ότι ο Θεός είναι κεκρυμμένος και αθέατος. Δεν μπορείς να τον συναντήσεις και να τον δεις να λάβεις εμπειρική αίσθηση της παρουσίας του. Είναι Θεός «σιωπών» και απόκοσμος και, παρόλον ότι κυβερνά τον κόσμο, όμως δεν μπορείς να κατανοήσεις την ενέργειά του αυτή, η οποία είναι ακριβώς αινηγματική στο φτωχικό μυαλό μας, σε σημείο που, βλέποντας τόση ακαταστασία, τόση κακότητα και τόση φυσική και ηθική αθλιότητα στον κόσμο, ν’ αναριωτιέται κανείς αν πράγματι υπάρχει ο Θεός και προνοεί αληθινά για τα πλάσματά του.

Τι είναι ο Θεός;

Ερώτημα κορυφαίο στο οποίο ουσιαστικά δεν υπάρχει απάντηση. Το Θεό τον φαντάζονται οι άνθρωπο, άλλοι άλλως, σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τα κριτήρια που έχει ο καθένας τους. Τον φαντάζονται «κατ΄εικόνα και ομοίωσή» τους. Θεοποιούν εαυτούς ή τις δυνάμεις και τα στοιχεία της φύσεως, η οποία τους περιβάλλει.

Στην περιοχή της πίστεως περί Θεού δεν ομιλεί ο άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Θεός στη θεία του αποκάλυψη που έκανε στο πρόσωπο του σαρκωθέντος Λόγου του.

Από αυτή μαθαίνουμε ότι ο Θεός είναι το άπειρο, αΐδιο και πανυπερτέλειο ον, στην ουσία του οποίου διακρίνονται τρία πρόσωπα ή τρεις υποστάσεις (Πατήρ, Υιός και άγιο Πνεύμα) ο οποίος από αγάπη και εκ του μηδενός (ex nihilo) έπλασε τα όντα, για τα οποία προνοεί, συνέχοντάς τα στο είναι και κυβερνώντας τα έτσι, να επιτυγχάνεται ο σκοπός της δημιουργίας τους, ο οποίος υπάρχει και στο απειρόσοφο δημιουργικό του σχέδιο, και η επιτυχία του οποίου αποτελεί τη μακαριότητα και τη δόξα του.

Πόσο μπορούμε να γνωρίσουμε από το Θεό;

Ως προς την ουσία του, αδυνατούμε πλήρως να τον γνωρίσουμε. Καμία κτιστή φύση, είτε άνθρωποι είτε άγγελοι, δεν έχει την δυνατότητα να διαπεράσει τον πυκνό γνόφο που καλύπτει το μυστήριο της θείας απειρίας, και να γνωρίσει τι είναι στην ουσία του ο Θεός. Η αγνωσία αυτή είναι το μυστικό του Θεού, που δεν πρόκειται να αποκαλυφθεί σε κανένα ούτε στον παρόντα αιώνα ούτε και στον μέλλοντα. Την ουσία του μόνον ο ίδιος ο Θεός γνωρίζει, οι τριαδικές του υποστάσεις, ο Πατήρ, ο Υιός, και το Πνεύμα το άγιο. Κανένας άλλος.

Αν όμως ο άνθρωπος αδυνατεί να συλλάβει την αδιάγνωστη και ακοινώνητη ουσία του Θεού, μπορεί παρά ταύτα να συλλάβει την θεία του ενέργεια, η οποία είναι εξωτερικώς μεταδοτή και κοινωνητή σε λογικά πλάσματα. Με αυτήν ο υπερβατικός Θεός δημιούργησε τον κόσμο, επικοινωνεί με τα πλάσματά του, αποκαλύπτεται σ’ αυτά, σώζει τον άνθρωπο από την αμαρτία και αγιάζει τη λογική κτίση. Η θεία ενέργεια ανακλάται στη δημιουργία. Φυσικά είναι εξωτερικά αθέατη. Αυτήν όμως νοιώθει ο πιστός ν’ αναμοχλεύει εσωτερικά την καρδιά του, να διαφλέγει και να φωτίζει την ψυχή του. Η επαφή με την θεία ενέργεια, γίνεται πάντα δια της πίστεως. Στη βάση αυτή ο άνθρωπος «γνωρίζει και σχετίζεται με το Θεό».

Πως μπορεί να γνωρίσει κανείς αυτό, που είναι δυνατό να γίνει «γνωστό»;

Κατά την χριστιανική γνωσιολογία ο άνθρωπος μπορεί να προσεγγίσει τη γνώση του Θεού αποφατικά και καταφατικά, Έτσι αποφάσκει το θάνατο, καλώντας τον θεό, αθάνατο, και παρομοίως, άφθαρτο, απερίληπτο και απεριχώριτο ανώνυμο. αχώρητος ατελεύτητος, αναφής. Ο νους αφαιρώντας από το Θεό ότι είναι σχετικό και περιορισμένο, φθάνει σιγά-σιγά στον εσωτερικό πυρήνα του θείου όντος, ο οποίος φυσικά είναι αδιάγνωστος, απογυμνωμένος δε και αυτός (ο νους), εισδύει στο γνόφο της θείας αγνωσίας, όπου λαμπρύνεται και θεοποιείται. Ο αποφατισμός αποτελεί το κρηπίδωμα των μυστικών ενατενίσεων της Ορθοδοξίας.

Η καταφατική μέθοδος καταφάσκει στον υπέρτατο βαθμό όλες τις τελειότητες και κάθε ιδέα αγαθού, που παρατηρούνται στα λογικά κτίσματα. Λόγου χάριν αν ο άνθρωπος είναι αγαθός ο θεός νοείται πανάγαθος και παρομοίως, παντοδύναμος, πανάγιος. Η σπουδαιότερη προσηγορία του Θεού είναι αυτή που εκφράζει το πλήρωμα της ιδέας του όντος: «Εγώ ειμί ο ων».

Τόσο οι αποφατικές όσο και οι καταφατικές προσηγορίες του Θεού δεν είναι πλάσματα του νου και της φαντασίας των ανθρώπων, ονόματα ψιλά, χωρίς κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα στην ιδέα του Θεού. Είναι προσηγορίες μεν ανθρώπινες, βασισμένες όμως στον λόγο της θείας αποκαλύψεως, όπως αυτός φανερώνεται στις άγιες Γραφές, οι οποίες εκφράζουν την ζωντανή σχέση του Θεού με την εξωτερική δημιουργία, όπως αυτή ανακλάται στις προς τα έξω (ad extra) ενέργειες του Θεού στον κόσμο.

Ποια είναι τα στοιχεία της εννοίας του Θεού

Η μία ουσία, η τριαδικότητα και η πολυδυναμία. Η ουσία του Θεού είναι μία, είναι απόλυτα υπερβατική, ανεξερεύνητη και αδιάγνωστη. Είναι σφραγγισμένο μυστήριο του Θεού, απρόσιτο σε κάθε κτιστή δυνατότητα ανθρώπων και αγγέλων. Μόνον ο άπειρος Θεός γιγνώσκει εαυτόν. Κανένας άλλος. Ο θεόπτης Μωυσής, κρυμμένος κάτω από την πέτρα, μπόρεσε να δει τα «οπίσθιά» του παρερχομένου πλησίον του Θεού, διότι δεν μπορεί να δει κανείς τον Θεόν όπως είναι, και να ζήσει. Το βάρος της θείας απειρίας είναι συντριπτικό για τα αδύναμα κτιστά πλάσματα.

Ο χριστιανικός Θεός είναι τριαδικός. Οι υποστάσεις δεν είναι τοπικά κέντρα στα οποία να μερίζεται η θεότης, αλλά τρόπος της αϊδίου υπάρξεως του ενός Θεού, ώστε ουσιαστικά να μην υπάρχουν τρεις Θεοί, αλλά ένας. Τα πρόσωπα της Τριάδος δεν είναι επίνοιες απλές, ονόματα ψιλά, τρόποι η προσωπεία με τα οποία φανερώνεται εκάστοτε ο Θεός στις σχέσεις του με τον εξωτερικό κόσμο, αλλά πραγματικές και θεοπρεπείς, οι οποίες ωστόσο δεν καταστρέφουν την ενότητα και απλότητα της θείας φύσεως. Κάθε πρόσωπο στην Τριάδα έχει και το υποστατικό του ιδίωμα, το οποίο είναι αυστηρά προσωπικό, αμετάδωτο και ακοινώνητο, δηλαδή δεν μπορεί να μεταδωθεί στα δύο άλλα πρόσωπα της αγίας Τριάδας.

Το υποστατικό ιδίωμα του Πατρός είναι αγέννητο και άναρχο. Δεν έχει ούτε χρονική αρχή ούτε αρχή προελεύσεως. Είναι η πηγαία θεότης, από την οποίαν λαμβάνουν αϊδίως το είναι ο Υιός και το Πνεύμα το άγιο. Στο πρόσωπο του Πατρός στηρίζεται η μοναρχία (η μία αρχή) στην τριαδική θεότητα. Ο Πατήρ δεν είναι ανώτερος του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Τα θεία πρόσωπα είναι ομοούσια, ισότιμα και ισοδύναμα μεταξύ τους.

Ο Υιός γεννάται αϊδίως από τον Πατέρα. Το υποστατικό του ιδίωμα είναι η γέννηση, πρόοδος μυστηριακή, της οποίας την φύση αγνοούμε. Από τη γέννηση αυτή πρέπει ν’ απομακρυνθεί κάθε παράσταση φυσικής γεννήσεως, πράγμα ανήκουστο και βλάσφημο για την άυλη φύση του Θεού (ο Υιός είναι «αμήτωρ εκ Πατρός»). Και ενώ είναι άχρονος με τη χρονική αρχή της υποστάσεώς του (η γέννησή του είναι αϊδία, δηλαδή «άμα Πατήρ, άμα Υιός»), δεν είναι άναρχος με την έννοια της προελεύσεως, διότι έχει αρχή της θεότητός του τον Πατέρα. Ο Υιός δεν είναι καλύτερος του Πατρός, επειδή γεννάται από αυτόν (έτσι φλυαρούσαν οι αιρετικοί), ούτε υποτάσσεται στη βουλή του Πατρός (θεωρία της υποταγής, subordinatio), αλλά έχει την αυτήν ουσία, την αυτή τιμή και την αυτή δόξα με τον Γεννήτορα. Την ομοουσιότητα του Υιού αρνείτο στη αρχαιότητα ο Άρειος, ο οποίος θεωρούσε τον Υιόν ως κτίσμα του Πατρός και απέριπτε την αϊδία ύπαρξή του. Την γέννηση του Υιού πρέπει να διαστείλομε από την δημιουργία των όντων από τον Θεό. Ο Υιός υπάρχει αναγκαίως στην αϊδία φύση του Γεννήτορα.

Το υποστατικό ιδίωμα του Πνεύματος είναι η εκπόρευση. Το άγιο Πνεύμα υπάρχει, καθ’ όσον εκπορεύεται εκ του Πατρός. Κι η εκπόρευση είναι πρόοδος μυστηριακή, της οποίας την φύση αγνοούμε. Διαφέρει από τη γέννηση του Υιού. Σε τι συνίσταται αυτή η διαφορά δεν γνωρίζουμε. Και το Πνεύμα είναι ομοούσιο και ομόθρονο μαζί με τα δύο άλλα πρόσωπα της αγίας Τριάδος. Επομένως δεν υποτάσσεται στον Πατέρα (και τον Υιό), πολύ λιγότερο δεν είναι κτίσμα του Πατρός, όπως ισχυρίζοταν οι αρχαίοι Πνευματομάχοι (Μακεδόνιος και Άρειος). Το Πνεύμα καλείται άγιο, γιατί είναι η πηγή, το πλήρωμα και ο φορέας κάθε άλλης υπαρκτής αγιότητος. Καθαγιάζει το «εκ του Πατρός δι’ Υιού» έργο, συνάπτον με τη χάρη του τα λογικά όντα με το δημιουργό.

Η πολυδυναμία, τέλος αναφέρεται στην ύπαρξη πολλών ενεργειών στη μία και αδιαίρετη ουσία του Θεού. Είναι διακρίσεις θεοπρεπείς δεν επιφέρουν μερισμό και κατατομή στη θεότητα. Αν και ταυτίζονται με την θεία ουσία, διακρίνονται αυτής θεοπρεπώς, χωρίς να γνωρίζουμε σε τι συνίσταται αυτή η διάκριση. Η διάκριση είναι πραγματική. Αΐδιες και άκτιστες. Μέσω αυτών επικοινωνεί ο υπερβατικός Θεός με την εξωτερική κτίση. Διαφορετικές και πολλές στον αριθμό. Δια των θείων ενεργειών κοινωνεί ο άνθρωπος με το Θεό, αγιάζεται και θεοποιείται. Ταυτίζονται με τη χάρη του Θεού, με το Θαβώριο φως και με τη δόξα της αγίας Τριάδος. Εδώ τελειώνει η αντιγραφή των χριστιανικών κειμένων.

Παρατήρηση. Και στην θέση του υιού, του χριστιανικού Θεού με τις ιδιότητες όπως περιγράφονται ανωτέρω ο Ιουδαιοχριστιανισμός έθεσε και ταύτισε αυθαίρετα χωρίς απόδειξη έναν άνθρωπο τον Ιησού.

5. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Προσωκρατικοί «Παρμενίδης»

25Σελ49 Υποστηρίζουν πως το παν είναι ένα και ακίνητο, μερικοί μάλιστα λένε πως είναι και άπειρο, αφού το άκρο του θα συνόρευε με το κενό.

27 Σελ51 Έτσι πράγματι ορίζουμε το όλον, ως κάτι από το οποίο δεν λείπει τίποτα, όπως ένας άνθρωπος, ένα κιβώτιο.

28 Σελ51 Θεόφραστος. «Ότι είναι πέρα από το Ον είναι το μη Ον, το μη Ον δεν είναι τίποτα, άρα το Ον είναι ένα». Εύδημος. «Το πέρας από το Ον δεν είναι Ον, αλλά το Ον λέγεται κατά ένα μόνο τρόπο άρα το Ον είναι ένα». «Ο Παρμενίδης δεν φαίνεται να δείχνει ότι το Ον είναι ένα ούτε και αν κάποιος του επέτρεπε να μιλάει για το Ον με ένα και μόνο τρόπο, εκτός αν ο προσδιορισμός καθενός πράγματος υπάρχει σε κάθε τι, όπως προκειμένου για τους ανθρώπους λέμε «άνθρωπος». Όταν αποδίδουμε τους ορισμούς καθενός πράγματος, ο ορισμός του Όντος θα υπάρξει μέσα σε όλα τα πράγματα και θα είναι ένας και ο αυτός, όπως, προκειμένου για τα ζώα, ο ορισμός «ζώο»…».

34 Σελ57 Ο Παρμενίδης κατατάσσει το νοητό στην ιδέα του Ενός και Όντος, ονομάζοντάς το Ον, επειδή είναι αιώνιο και άφθαρτο, και Ένα, επειδή είναι όμοιο με τον εαυτόν του και δεν επιδέχεται διαφοροποίηση, ενώ το αισθητό στην άτακτη και κινούμενη (ιδέα).

3 Σελ79 το γαρ αυτό νοείν έστι και είναι (γιατί η νόηση ταυτίζεται με την ύπαρξη).

Πλάτων «Παρμενίδης»

155d Επομένως το Ένα ήταν και είναι και θα είναι και γινόταν και γίνεται και θα γίνεται. Γιατί όχι; Μπορεί λοιπόν να έχει κάτι το Ένα και αυτό να του ανήκει, και τούτο ήταν, είναι και θα είναι. Βεβαίως. Και μπορεί να υπάρχει γνώση, κρίση και αισθητηριακή αντίληψη γι’ αυτό, καθώς βεβαία και εμείς τώρα γι’ αυτό κάνουμε όλους του υπολογισμούς. Σωστά μιλάς. Επομένως και όνομα και σημασία έχει και ονομάζεται και λέγεται. Και όσα τυχόν υπάρχουν στα άλλα, υπάρχουν και στο Ένα. Έτσι ακριβώς είναι.

166c Αν λέγαμε λοιπόν γενικώς, «αν δεν υπάρχει Ένα, τότε δεν υπάρχει κανένα», θα μιλούσαμε σωστά; Απολύτως. Ας ειπωθεί λοιπόν και αυτό και το εξής, ότι, καθώς φαίνεται, είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει Ένα, και το ίδιο και τα άλλα, και ως προς τον εαυτόν τους και ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις, και είναι και δεν είναι και φαίνονται να είναι και δεν φαίνονται να είναι κάθε είδους με κάθε τρόπο. Απολύτως αλήθεια.

Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας»

Παρακάτω αναφέρουμε αποσπάσματα ενδεικτικά της μεθοδολογίας με την οποία προσεγγίζει ο Πρόκλος την ουσία των θεών, αξιώματα και αποδείξεις που χρησιμοποιεί. Θα επανέλθομε στο μέλλον με ουσιαστικότερα και πιο αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα προς τεκμηρίωση των θέσεών μας. Περισσότερα στο θέμα: Δωδεκάθεο, Θεολογική Τεκμηρίωση του ιστοτόπου αυτού.

Α9,20 Σε όλα θα προτιμήσουμε την σαφήνεια, την οργάνωση και την απλότητα από τα αντίθετά τους, μεταφέροντας όσα έχουν παραδοθεί με σύμβολα, στην ευκολονόητη διδασκαλία γι΄ αυτά, ανάγοντας όσα παραδίδονται με εικόνες, στα οικεία τους υποδείγματα, υποβάλλοντας στη δοκιμασία των «υπολογισμών των αιτίων τους» όσα έχουν καταγραφεί με τη μορφή μιας πιο βέβαιης κρίσης, διερευνώντας όσα αποτελούνται από αποδείξεις, «επεξηγώντας» τον τρόπο της αληθείας που κρύβεται σε αυτά και κάνοντάς τον γνωστό στους ακροατές, ανακαλύπτοντας από αλλού το σαφές νόημα όσων είναι καταγεγραμμένα αινιγματικά, όχι από άσχετες υποθέσεις, αλλά από τα πιο γνήσια συγγράμματα του Πλάτωνα, και εξετάζοντας την συμφωνία με την πραγματικότητα όσων από εκεί έρχονται στον νου των ακροατών, από όλα λοιπόν αυτά θα αποκαλυφθεί σε εμάς το μοναδικό και τέλειο είδος της πλατωνικής θεολογίας, καθώς και η αλήθεια που διατρέχει όλες τις θείες σκέψεις του, και ο μοναδικός νους που παρήγαγε όλη αυτή την ομορφιά του και τη μυστική ανάπτυξη όλης αυτής της θεωρίας

Α 11,1Και τρίτον μετά από αυτά, ας μην είναι ανίδεος από τη Φυσική και από τις κάθε μορφής θεωρίες μέσα στους κόλπους της, και να αναζητήσει μέσα στις εικόνες, όπως πρέπει, τις αιτίες των όντων και για να πορευτεί πιο εύκολα στην ίδια πλέον την φύση των ξεχωριστών και πρωταίτιων υποστάσεων. Ας μην απέχει λοιπόν ούτε από την αλήθεια των αισθητών, την οποίαν αναφέραμε, ούτε, πάλι, από «τις εκπαιδευτικές μεθόδους» και τη μάθηση που προκύπτει από αυτές, γιατί μέσα από αυτά αναγνωρίζουμε ως πιο άυλη τη θεϊκή ουσία.

Α13,7 Όλοι λοιπόν, όπως είπα, τις πιο πρώτες και πιο αυτοτελείς αρχές των όντων αποκαλούν θεούς και θεολογία την επιστήμη που ασχολείται με αυτές….. χαρακτηρίζει όπως έχει ειπωθεί, τον νου πατέρα και αίτιο των σωμάτων και των ψυχών, και γύρω από αυτόν υπάρχουν και ενεργούν όλα όσα αποκτούν ζωή μέσα στις τροχιές και τις ανακυκλώσεις, προχωρά όμως και σε μια άλλη αρχή εντελώς ανεξάρτητη από τον νου, πιο άυλη και πιο μυστική, από την οποία αναγκαστικά πηγάζει η υπόσταση των πάντων, ακόμα και αν μιλήσεις για τα τελευταία όντα,….

Α14,5 Αφού αυτή την πρώτη των πάντων και την ανώτερη του νου αρχή, η οποία είναι κρυμμένη σε απροσπέλαστους χώρους, με θεϊκή έμπνευση η πλατωνική φιλοσοφία ανακάλυψε και παρουσίασε αυτές τις τρεις αιτίες και ενιαίες μονάδες πέρα από τα σώματα, εννοώ την ψυχή, τον πρωταρχικό νου και την ένωση πάνω από τον νου, παράγει από αυτά σαν μονάδες τα αντίστοιχά τους πλήθη, το ενιαίο δηλαδή, το νοητικό και το ψυχικό (γιατί κάθε μονάδα προηγείται μιας σειράς πλήθους συγγενικού με αυτήν), και συνδέει, όπως ακριβώς τα σώματα με τις ψυχές, έτσι λοιπόν και τις ψυχές με τα νοητικά είδη και αυτά τα τελευταία με τις ενάδες των όντων, ενώ όλα επιστρέφουν στην μία Ενάδα, η οποία δεν επιδέχεται συμμετοχή.

Α18,15 Στον «Σοφιστή» εξάλλου συζητώντας διαλεκτικά για το Ον και τη χωριστή υπόσταση του Ενός από τα όντα και διατυπώνοντας απορίες προς τους παλαιοτέρους, αποδεικνύει πως όλα τα όντα είναι εξαρτημένα από την αιτία τους και από το αρχικό Ον, και πως το ίδιο το Ον μετέχει στην ξεχωριστή από όλα Ενάδα, και ότι το Ον έχει δεχτεί τη σφραγίδα του Ενός και δεν είναι το απόλυτο Ένα, καθώς είναι πιο υποβαθμισμένο από το Ένα και είναι ενοποιημένο, χωρίς όμως να είναι πρωταρχικά Ένα. Το ίδιο πάλι και στον «Παρμενίδη» τις προόδους του Όντος από το Ένα και την υπεροχή του Ενός την παρουσιάζει διαλεκτικά με τις πρώτες συζητούμενες υποθέσεις και, όπως ο ίδιος λέει εκεί, με την τελειότατη διαίρεση αυτής της μεθόδου.

Α27,23 … και γενικά με ποιο τρόπο από τη μια αρχή των πάντων έχει γίνει η πρόοδος των θεϊκών κόσμων προς το πλήθος των εγκόσμιων θεών και πως έχουν συμπληρωθεί τα ενδιάμεσα μεταξύ του Ενός απ΄ τη μια και του πλήρους πλήθους απ΄ την άλλη από τις δημιουργίες των θεών με βάση το ομοιόμορφο και αδιαίρετο υποβιβασμό των καθολικών, δεν θα μπορέσουμε να πούμε.

Α31, 23 Και όλα, για να μιλήσω περιληπτικά, τα αξιώματα της θεολογικής γνώσης με πληρότητα εμφανίζονται εδώ και όλοι οι κόσμοι των θείων αποδεικνύεται ότι λαμβάνουν υπόσταση ο ένας αμέσως κάτω από τον άλλον, και τίποτ΄ άλλο δεν έχει υμνηθεί παρά η δημιουργία των θεών και όσων με οποιονδήποτε τρόπο υπάρχουν από την απόρρητη και άγνωστη αιτία των πάντων.

31/16-31/28 Γιατί σε αυτόν τον διάλογο όλα τα θεία γένη προέρχονται από την πρωταρχική αιτία με σειρά και επιδεικνύουν και τη μεταξύ τους σύνδεση. και τα κορυφαία και συνενωμένα και πρωτουργά έλαβαν ενιαίο, απλό και μυστικό είδος ύπαρξης, ενώ τα κατώτατα κατακερματίζονται σε μεγάλο πλήθος και υπερτερούν σε αριθμό, αλλά υστερούν σε δύναμη από τα ανώτερά τους, ενώ τα ενδιάμεσα, όπως είναι φυσικό, είναι πιο σύνθετα από τα αίτιά τους και πιο απλά από τα δημιουργήματά τους. Και όλα για να μιλήσω περιληπτικά, τα αξιώματα της θεολογικής γνώσης με πληρότητα εμφανίζονται εδώ και όλοι οι κόσμοι των θείων αποδεικνύεται ότι λαμβάνουν υπόσταση ο ένας αμέσως κάτω από τον άλλον. και τίποτ΄ άλλο δεν έχει υμνηθεί παρά η δημιουργία των θεών και όσων με οποιοδήποτε τρόπο υπάρχουν από την απόρρητη και άγνωστη αιτία των πάντων.

Α40 Πολύ λοιπόν θα απέχουμε εμείς από το να υποβιβάσουμε στο επίπεδο της διαλεκτικής επιχειρηματολογίας που στηρίζεται στις φαινομενικά σωστές απόψεις αυτήν που βρίσκεται πάνω από τις πιο ακριβείς επιστημονικές γνώσεις. Γιατί αυτή είναι κατώτερη από τον αποδεικτικό συλλογισμό και αρέσκεται να είναι ανώτερη μόνο από την εριστική απάτη, ενώ η δική μας διαλεκτική ως επί το πλείστον χρησιμοποιεί διαιρέσεις και αναλύσεις ως πρωταρχικές γνώσεις, οι οποίες μιμούνται την πρόοδο των όντων από το Ένα και την επιστροφή πάλι σε αυτό, ενώ μερικές φορές χρησιμοποιεί και ορισμούς και αποδείξεις «για το κυνήγι του Όντος». Όταν λοιπόν η μία χρησιμοποιεί τις αποδείξεις και πριν από αυτή τη μέθοδο της διαίρεσης, και η άλλη είναι πολύ κατώτερη από τους αδιάψευστους συλλογισμούς της απόδειξης, πως δεν είναι αναγκαίο να ξεχωρίσουμε αυτές τις δυνατότητες διαλεκτικού συλλογισμού μεταξύ τους και η διαπραγμάτευση του Παρμενίδη, η οποία χρησιμοποιεί τη δική μας διαλεκτική, να είναι απαλλαγμένη από την επιφανειακή ποικιλία των λογομαχιών και να κάνει συλλογισμούς προς το ίδιο το αληθινό Ον και όχι προς το φαινομενικό;

40/5-40/10 … ενώ η δική μας διαλεκτική ως επί το πλείστον χρησιμοποιεί διαιρέσεις και αναλύσεις ως πρωταρχικές γνώσεις οι οποίες μιμούνται την πρόοδο των όντων από το Ένα και την επιστροφή πάλι σε αυτό, ….

104/3-104/9 Το τρίτο, εξάλλου το τέλειο, επιστρέφει τα πάντα και τα συγκεντρώνει στα αίτια, κλείνοντας τον κύκλο, άλλοτε προς το θείο, άλλοτε προς το νοητό, άλλοτε προς το ψυχικό και άλλοτε προς το φυσικό αίτιο. γιατί όλα μετέχουν σε αυτή την επιστροφή, επειδή και το άπειρο της προόδου με αυτήν ανακαλείται πίσω στις αρχές.

Β21 Αν όμως η αρχή είναι ακίνητη –γιατί αυτή η δυνατότητα απομένει-, είναι αναγκαίο να είναι αυτή μία ουσία ασώματη και πάντοτε όμοια, πώς όμως έχοντας το Ένα και πώς όντας μία ουσία; Γιατί αν είναι το ίδιο η ουσία και το Ένα, πρέπει να δεχτούμε πως η αρχή είναι ουσία. Αν όμως η ουσία είναι κάτι διαφορετικό από το Ένα και δεν είναι το ίδιο, και αν δεν είναι ίδια η ύπαρξη του Ενός και η ύπαρξη της τους ουσίας, τότε αν είναι η ουσία ανώτερη, πρέπει να υποστηριχθεί ότι σε αυτήν υπάρχει η αρχή, αν όμως το Ένα είναι ανώτερο και υπεράνω της ουσίας, τότε θα είναι αρχή και της ουσίας το Ένα, αν όμως είναι ισοδυναμία μεταξύ τους, θα είναι τα πολλά προηγούμενα από το Ένα, αυτό όμως θα είναι αδύνατον, όπως έχει αποδειχθεί προηγουμένως. Ότι λοιπόν δεν είναι το ίδιο η ουσία και το Ένα, είναι φανερό, γιατί δεν είναι το ίδιο πράγμα να πεις «ένα Ένα» και «μία ουσία», αλλά το πρώτο δεν δίδει ακόμη ολοκληρωμένο νόημα, ενώ το άλλο δίνει πλέον ολοκληρωμένο νόημα. Και εκτός από αυτά, αν η ουσία και το Ένα είναι ίδια, θα είναι ίδιο το πλήθος με την ανυπαρξία και με την μη ουσία, αλλά αυτό είναι αδύνατο, γιατί τα πολλά περιλαμβάνονται στην ουσία, ενώ το Ένα στην μη ουσία. Αν όμως δεν είναι ίδια η ουσία και το Ένα, δεν θα είναι αυτά ισοδύναμα μεταξύ τους, γιατί θα υπάρχει κάτι πριν από αυτά, αν πρέπει όλα να προέρχονται από μία αρχή, πρέπει όμως να θεωρήσουμε ότι το Ένα είναι ανώτερο από το άλλο, ή δηλαδή το Ένα από την ουσία ή η ουσία από το Ένα. Αλλά αν το Ένα είναι ανώτερο από την ουσία, αυτό θα είναι η αρχή και όχι η ουσία των πάντων, γιατί είναι αναγκαίο να μην υπάρχει τίποτα ανώτερο από την αρχή. Αν όμως η ουσία προηγείται από το Ένα, θα έχει υποστεί την ουσία το Ένα, αλλά όχι η ουσία το Ένα, αν όμως το Ένα έχει υποστεί την ουσία, είναι ανάγκη κάθε Ένα να είναι και ουσία και όλα όσα είναι Ένα να είναι ουσία και όχι όσα είναι ουσία να είναι Ένα, θα υπάρχει λοιπόν κάποια ουσία που δεν θα συμμετέχει στο Ένα, αλλά αν αυτό είναι δυνατόν, δεν θα είναι αυτή τίποτα, γιατί αυτό που έχει στερηθεί από το Ένα, είναι κανένα, άρα το Ένα προηγείται από την ουσία.

Γ 6/15-7/3 …το ότι δηλαδή οι κατώτερες πρόοδοι παντού, και κυρίως μέσα στους θεϊκούς κόσμους, προκύπτουν με βάση μια ομοιότητά τους προς τις δικές τους αρχές. Γιατί η φύση και ο νους και καθένα από τα αίτια που γεννούν, πριν από τα ανόμοια τα όμοιά τους από τη φύση τα παράγουν και συνδέουν με τους εαυτούς τους. Γιατί αν πρέπει η πρόοδος των όντων να είναι συνεχής και να μην υπεισέρχεται κανένα κενό, ούτε στα ασώματα ούτε στα σωματικά όντα, είναι ανάγκη σε κάθε φύση αυτό που παράγεται να προκύπτει με την ομοιότητα. Γιατί δεν είναι καθόλου θεμιτό το αιτιατό να ταυτίζεται με το αίτιο. γιατί εξασθένηση και έλλειψη της ενότητας αυτού που παράγει, δημιουργεί τα κατώτερα.

Ε42/5- Καθώς λοιπόν η δημιουργία είναι τετραπλή και άλλη διευθετεί τα καθολικά με τρόπο καθολικό, άλλη τα καθολικά, αλλά κατά μέρη, άλλη είναι διαιρεμένη κατά μέρη, αλλά με τρόπο καθολικό, και άλλη συνδυάζει τα μέρη με τα καθολικά κατά μέρη, είναι φανερό ότι ανώτερη από όλες είναι η αιτία όλων των καθολικών κατά τρόπο ενιαίο και αδιαίρετο. και αυτή είναι αναγκαίο ή να υπάρχει πριν από τους νοητούς θεούς ή μέσα στους νοητικούς θεούς ή μετά τους νοητικούς θεούς.

6. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΟΝΤΩΣ ΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

Οι ιδιότητες που προσδίδει ο Χριστιανισμός στον Θεό είναι αυθαίρετες δογματικές θέσεις οι οποίες αιτιολογούνται ως θεόπνευστες και εκ θείας αποκαλύψεως. Αυτά που αποκαλούνται θείες αποκαλύψεις, στην ουσία είναι προϊόν ανθρώπινης νόησης και μάλιστα χαμηλού επιπέδου χωρίς αξιώματα και απόδειξη, με σκοπιμότητα, δεν έχει αιτιολόγηση, ούτε λογική, ούτε συνέπεια. Ο χριστιανικός Θεός είναι δεσποτικός, εξουσιαστικός Κύριος των δούλων του. Σε αυτόν αναφέρονται τα πλάσματά του. Αυτό δείχνει η πρώτη εντολή του. Εγώ ειμί Κύριος ο θεός σου, ουκ έσονται θεοί έτεροι πλην εμού. Δογματική αυθαίρετη ρήση. Η προσέγγιση της έννοιας του θεού είναι εκτός πάσης επιστημονικής δεοντολογίας.

Οι Έλληνες φιλόσοφοι προσδιορίζουν το Εν, το Όντως Ον με λογική και επιστημονική μεθοδολογία και μας δίδουν εικόνα της αντικειμενικής πραγματικότητας του κόσμου με σαφήνεια εννοιολογική, φιλοσοφική, επιστημονική. Ο κόσμος όλος, Εν, ουσία και ύλη είναι ένα ενιαίο σύνολο αϊδιον αδημιούργητο υπήρχε υπάρχει και θα υπάρχει χωρίς αρχή και τέλος άναρχο, με ανέναο κύκλο υπόστασης, την πρόοδο των όντων από το Εν τη Αρχή, την μονή σταθερότητα, και την επιστροφή των ότων στο Εν τη Αρχή. Δεν είναι γραμμικής εξέλιξης με αρχή και τέλος όπως δηλώνει ο Χριστιανισμός.

Ο χριστιανικός Θεός δεν έχει συνάφεια με τα κατασκευάσματά του και είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, διότι άλλοτε συμμετέχει με τα δημιουργήματά του και άλλοτε όχι . Ως δύο πραγματικότητες ο ένας δεν γνωρίζει ή δεν επικοινωνεί με τον άλλο. Ο χριστιανικός Θεός δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός σε έξι ημέρες, όχι σε έξι μεγάλες χρονικές περιόδους, γραμμικά και την εβδόμη αναπαύθηκε, αφήνοντας τον κόσμο μόνο του ανεξάρτητο ως δήθεν τέλειο. Η εβδόμη ημέρα συνεχίζεται έως σήμερα. Η επιστήμη όμως απέδειξε ότι δημιουργούνται συνεχώς άλλα σύμπαντα και άλλα καταστρέφονται στις μαύρες οπές. Έμβια όντα δημιουργούνται και εξαφανίζονται διαρκώς ακόμη και στα πιο απίθανα μέρη και υπάρχει πληθώρα περιπτώσεων που δεν αναφέρονται στην χριστιανική δημιουργία αν και «θεόπνευστη». Αν δεν υπάρχει φυσική συνάφεια ή σύνδεσμος ούτε ο άνθρωπος δύναται να γνωρίσει τον Θεό, ούτε και ο Θεός τον άνθρωπο πολύ περισσότερο να προκύψει ευεργεσία ή δημιουργία. Αυτός ο φυσικός σύνδεσμός δεν δύναται άλλοτε να υπάρχει και άλλοτε να διακόπτεται. Στον Χριστιανισμό η πρόοδος-δημιουργία του κόσμου είναι γραμμική, χωρίς επιστροφή, χωρίς τα όντα δεν επιστρέφουν στοιχεία της ζωής τους στον Θεό. Στο τέλος κρίνονται διαχωρίζονται σε αμνούς και ερίφια και επιβραβεύονται για παράδεισο και καταδικάζονται για κόλασητον υπαίτιο όμως της όλης ιστορίας τους τον Διάβολο τον αφήνει ο Θεός ατιμώρητο. ( Ας υπάρχει καλού κακού για φόβητρο).

Στην Ελληνική Φιλοσοφία το Εν, το Όντως Ον και ο κόσμος είναι μία ενιαία πραγματικότητα η οποία υπήρχε υπάρχει και θα υπάρχει. Είναι κατανοήσιμος και αυτό δείχνει η εξέλιξη της επιστήμης. Η ενόραση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιτυγχάνεται με την λογική όταν ολοκληρωθούν τα δεδομένα. Υπάρχει ένας αέναος κύκλος σε τρία στάδια: 1) την μονή, την σταθερότητα την εδραίωση των όντων, 2) την πρόοδο και δημιουργία των όντων την διαρκή αυτοανέλιξη και αυτοεξέλιξη των όντων 3) και την επιστροφή πληροφορίας των όντων στην αρχή. Ο κύκλος αυτός επιβεβαιώνεται σήμερα από την χαοτική δυναμική θεωρία της οποίας ο κύκλος αποτελεί βασικό κριτήριο .

Οι ιδιότητες του χριστιανικού Θεού αυθαίρετες και εξωπραγματικές είναι δημιούργημα ανθρώπων χαμηλής πνευματικής στάθμης προς αδαείς, αυτό που νοούν οι ημιμαθείς δεν είναι και θεϊκό. Οι ίδιοι οι θεολόγοι του δηλώνουν ότι παρά το γεγονός ότι φαίνεται και φέρεται άσπλαχνα στους ανθρώπους εντούτοις κάποια φορά υπάρχει και ευεργεσία. Στην πραγματικότητα όλα αυτά συμβαίνουν με διαφορετικό τρόπο, ακολουθώντας στατιστικούς νόμους. Όταν με την στατιστική πιθανότητα υπάρξει κάτι ευτυχές κατά καλή τύχη δηλαδή, τότε η ευεργεσία αυτή αποδίδεται σε αυτόν ή τους αγίους του.

Στην Ελληνική θεώρηση τα δυσμενή γεγονότα για τον άνθρωπο οδηγούν στην βελτίωση των ικανοτήτων του και την ποιοτική ανέλιξη των ειδών που σημαίνει, την πρόοδο και την βελτίωση δηλαδή του κόσμου και των ειδών σε ανώτερα είδη. Το Όντως Ον από θεία ανάγκη οδηγεί τον κόσμο συνεχώς και ακατάπαυτα στη τάξη παρά την φαινομενική σε πολλές περιπτώσεις διαφορετική αντίληψη που έχουμε. Έτσι αιτιολογείται επιστημονικά η δημιουργία υλικών συστημάτων υψηλής τάξης και αρμονίας όπως ο άνθρωπος και τα λοιπά όντα.

Ο χριστιανικός Θεός θεωρείται μη νοητός, είναι ακατάληπτος. Αυτό σημαίνει ότι, υπάρχει γνωστικό όριο δηλαδή εκεί που τελειώνει η γνώση του ανθρώπου γι΄ αυτόν και αρχίζει η ουσία της έννοιας του Θεού. Θεωρείται δηλαδή ότι με την επιστήμη δεν δύναται να μεταβληθεί το γνωστικό όριο, δηλαδή δεν γίνεται αποδεκτό ότι η πρόοδος των επιστημών οδηγεί στη βαθύτερη κατανόηση του Θεού του, ειδικά όταν τα συμπεράσματα της επιστήμης αντιτίθενται στα χριστιανικά μονοδιάστατα δόγματα. Τα δύο χιλιάδες όμως έτη δείχνουν ότι τα όρια της έννοιας του Θεού του χρονικά μεταβλήθηκαν έως σήμερα και κάποιο μέρος του Θεού έγινε νοητό με την λογική και την επιστημονική έρευνα. Πρέπει δηλαδή να δεχθούμε ότι τα όρια της γνώσης του χριστιανικού Θεού είναι μεταβλητά.

Η έννοια του χριστιανικού Θεού είναι δογματική χωρίς επιστημονική επάρκεια, λογική, φιλοσοφική και επιστημονική μεθοδολογία. Απορρίπτεται η τελολογική «απόδειξη» για την ύπαρξη του Θεού με το επιχείρημα, και τον Θεό ποιος τον δημιούργησε; Ισχύει τι νοούν οι ειδικοί, οι δαήμονες και οι πρωτοπόροι των επιστημών όπως ο Παρμενίδης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Καντ, ο Καρτέσιος, ο Russell κλπ και όχι τι νοεί ο απλός άνθρωπος, γιατί αυτός δεν αντιλαμβάνεται σωστά ούτε δύναται να διατυπώσει κάτι επιστημονικά σωστό.

Στον ορισμό του χριστιανικού Θεού υπάρχει εννοιολογική ασάφεια και αντιφατικοί ορισμοί στις έννοιες, μηδέν, υπερούσιο, υπερβατικό κλπ. Η λέξη θεός είναι επίθετο και δηλώνει ιδιότητες που έχει ένα ουσιαστικό όνομα μια οντότητα πχ ο θεός Δίας. Στον Χριστιανισμό το επίθετο θεός και το ουσιαστικό όνομα Θεός ταυτίζονται. Επειδή όμως κάθε λέξη αντιστοιχεί σε μια διαφορετική οντολογία στον χριστιανισμό ο ορισμός του επιθέτου θεός ως ονόματος Θεός οδηγεί σε νοητικό βραχυκύκλωμα με σημαντικά νοητικά λάθη. Αυτό είναι μια εννοιολογική σύγχυση με σοβαρές προεκτάσεις στην ορθότητα λογικών και φιλοσοφικών νοημάτων, ή διαφορετικά, είναι δικλίδες εξαγωγής παραπλανητικών συμπερασμάτων. Ενώ δηλώνουν ότι ο Θεός είναι μη νοητός ο Μωυσής τον αντελήφθη. Συνεπώς είναι νοητός. Πως πιστοποιείται ότι αυτό που είδε ο Μωυσής ήταν ο πραγματικός Θεός και όχι αποκύημα φαντασίας ή κάτι άλλο άγνωστο σε αυτόν αφού δεν είχε προηγούμενη εμπειρία ή δεν τον είχε ξαναδεί. Ο Μωυσής δεν γνώριζε πλήρως τον Θεό και φυσικό για έναν άνθρωπο, ώστε να κάνει ταυτοποίηση ότι πραγματικά αυτός ήταν, όπως ταυτοποιούνται στη χημεία οι άγνωστες ουσίες

Ο χριστιανικός Θεός ορίζεται ακατάληπτος, υπερβατικός, όμως ταυτόχρονα του αποδίδονται και ρητές αυθαίρετες νοητές ιδιότητες, όπως αόρατος, απανταχού παρών, πανάγαθος, τα σχετικά με την τριαδική ουσία του κλπ. Τότε οι ιδιότητές του από υπερβατικές γίνονται ρητές και έχομε συνύπαρξη ρητών και αρρήτων ιδιοτήτων, μέσα σε ένα υπερβατικό σύνολο. Παύει να ισχύει η ολότητα, το ενιαίο, του υπερβατικού, υπερούσιου, του ακατάληπτου. Αυτό όμως είναι άτοπο για την λογική και τις επιστήμες. Ο χριστιανικός Θεός δηλώνεται έτσι σαν ερμαφρόδιτος διότι του προσδίδονται συγχρόνως ρητές και άρρητες ασύμβατες ιδιότητες. Αλλά έχει και άλλες προεκτάσεις. Ας διερευνήσουμε τι προκύπτει όταν ορίσουμε ως ρητή μια ιδιότητα του Θεού που τον θεωρούμε υπερβατικό. Όταν ένα μέρος από τον υπερβατικό χώρο του Θεού γίνεται αυθαίρετα ρητό, δηλαδή νοητό τότε η ενότητα, η μονάδα παύει να ισχύει και το σύνολο στερείται από ένα υπερβατικό μέρος του, αφού κάτι υπερβατικό, άρρητο γίνεται ρητό. Έτσι έχουμε ένα στερημένο υπερβατικό και αυτό οδηγεί σε πολλαπλά μοναδιαία στερημένα υπερβατικά υποσύνολα προκειμένου να αποτελέσουν ενιαίες μονάδες. Επειδή όμως το υπερβατικό ταυτίζεται με το θείο, άρα τα στερημένα υπερβατικά είναι στερημένα θεία κάτω από το ανώτατο υπερβατικό θείο. Και για να το κατανοήσουμε αυτό καλύτερα, να διατυπώσουμε ένα παράδειγμα από τα μαθηματικά. Το υπερβατικό δεν είναι ένα ρητό σύνολο αλλά άρρητο. Έχουμε έστω χίλιες υπερβατικές ιδιότητες-μονάδες εν είδη υπερβατικού μοναδιαίου συνόλου δηλαδή μια υπερβατική χιλιάδα. Όταν μερικές μονάδες ή έστω μία εκατοντάδα την δηλώσουμε, την μεταβάλλουμε σε ρητή ιδιότητα μένουν 900 άρρητες μονάδες. Παύει να υπάρχει η υπερβατική χιλιάδα και συνεπώς και το υπερβατικό σαν μοναδιαίο σύνολο χιλιάδας. Υπάρχουν όμως 9 εκατοντάδες υποβαθμισμένα υπερβατικά υποσύνολα. Εν δυνάμει η θέση αυτή του χριστιανισμού οδηγεί σε μία πολυθεΐα και όχι μονοθεΐα γιατί όπως περιγράφει τον Θεό του, την ανώτατη υπερβατική αρχή, αυτή δεν είναι μία, αλλά μια πολλαπλή υποβαθμισμένη υπερβατικότητα, μια πολυθεΐα. Αυτό και μόνο δείχνει την εννοιολογική σύγχυση και την υποβαθμισμένη ποιοτικά θεολογία του, η οποία με την χρήση της λογικής, της φιλοσοφικής, της επιστημονικής μεθοδολογίας και τού ορθού τεκμηριωμένου λόγου στα θεολογικά θέματά αποδεικνύεται λανθασμένη.

7. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΚΡΑΤΟΥΣ.

Την αξιολόγηση των δοξών-δογμάτων την θεμελίωσαν οι Έλληνες φιλόσοφοι και τα κατέταξαν στην χαμηλότερη βαθμίδα λογικής με πρώτη τη νόηση, δεύτερη τη διάνοια, τρίτη τη πίστη και τελευταία την εικασία, η πίστη με την εικασία είναι το δόγμα. (Πλάτων).

Τα αποτελέσματα της εφαρμογής των δογμάτων σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης ζωής το διαπιστώνουμε στο Βυζάντιο όπου για χίλια έτη επεκράτησε ο σκοταδισμός η οπισθοδρόμηση και αυτό προς όφελος των παγκόσμιων γνωστών διαχρονικών εξουσιαστών οι οποίοι ενδιαφέρθηκαν να κερδοσκοπήσουν και να διαλύσουν κάθε τι το Ελληνικό με το στήσιμο και την εκμετάλευση μιας επιχείρησης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας αφού απέκτησαν πρώτα τον πνευματικό της έλεγχο με τα δόγματα του Ιουδαιοχριστιανισμού. Όχι ασυνείδητα, αλλά συνειδητά. Εκμετάλλευση έως της εξόντωσης, εξολόθρευσης, γενοκτονίας και του τελικού αφανισμού. Είναι παράδειγμα πως ενεργούν τα αδίστακτα αυτά κέντρα και πρέπει να τα έχουμε κατά νουν στη συνείδησή μας όλα αυτά διότι έτσι ενεργούν τα ίδια και κατά της σύγχρονης Ελλάδας ανελέητα. Δεν μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε με τα πρότυπα του αμνοεριφίου και του καλού ποιμένα του Ιουδαιοχριστιανισμού αλλά με τα Ελληνικά πρότυπα αμυνόμενοι γενναία ο καθένας από την θέση του μέσα στις νομικές δυνατότητες που μας παρέχει το Ελληνικό κράτος και ατομικά και συλλογικά και η κάθε αρμόδια επ’ αυτού Δημόσια Υπηρεσία. Να αμυνθούμε νομίμως έναντι όλων όσων διέπραξαν αξιόποινες πράξεις και φυσικά λειτούργησαν σαν Δούρειος Ίππος, σαν Εφιάλτες και προδότες της Πατρίδας μας τα τελευταία χρόνια. Θα αναφερθούμε στο μέλλον διεξοδικά αλλά προς το παρόν παραθέτουμε τα παρακάτω.

Από το βιβλίο του Δημήτρη Ι. Λάμπρου ‘’Τα υβριστικά κατά των Ελλήνων επίσημα κείμενα της Ορθοδοξίας’’ έκδοση του Περιοδικού ‘’Δαυλός’’ σελ. 90 αντιγράφουμε τι γράφει ο Καθηγητής Βυζαντινής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών Νικ. Τωμαδάκης, συγκρίνοντας τον πολιτισμό του Βυζαντίου με τον Ελληνισμό, το 1956

«Κατά τα τελευταία έτη συνηθίσαντες, υπό τα ανθρωπιστικά συνθήματα, να ενώνωμεν τους δύο αυτούς διαφορωτάτους αλλήλων κόσμους, τον Ελληνικόν και τον Χριστιανικόν, συγχέομεν εις την σφαίραν του πνεύματος δύο διακρινομένας αλλήλων και πολλάκις αντιμαχομένας καταστάσεις, ων εκάστη είχε και την ιδίαν της θεώρησιν. Αλλ’ οι λόγοι της πρακτικής ανάγκης, η οποία άλλωστε υπήρξε ανάγκη των αιώνων, προς την οποία έτειναν τόσοι σοφοί, ηθικολόγοι και παιδαγωγοί, δεν δύνανται να μας παρασυρουν εις μίαν ιστορικήν σύγχυσιν, από την οποίαν θα εμποδισθώμεν εις την αληθή ερμηνείαν των πραγμάτων.

Ο Χριστιανισμός υπήρξε πολέμιος κατά κύριον λόγον του Ελληνισμού, ως ζωής και ως σκέψεως. Έβλεπε εις αυτόν ελευθέραν την αμαρτίαν, όχι μόνον εις την καθ’ ημέραν πράξιν, η οποία κάθε άλλο ήτο παρά αγνιστική (οι Ορφικοί και οι άλλοι της αρχαιότητος μυστικοί ηδικούντο κατά τούτο), αλλά εις το φιλέρευνον πνεύμα, το οποίον ήγεν εις την φιλοσοφίαν. Το ότι δια τους Έλληνας η αλήθεια δεν ήτο σταθερά και εξ αποκαλύψεως, αλλ’ εύρημα της ανθρωπίνης διανοίας, τούτο δεν συνεχώρει ο Χριστιανισμός. Η μεγαλυτέρα διαβολή την οποίαν ενήργησε κατά του κλασικού κόσμου είναι η εμφάνισις αυτού ως ειδωλολατρικού. Λατρείαν των ειδώλων, δ’ ην κατηγορούν τα συναξάρια τους μη Χριστιανούς συχνότατα, δεν εγνώρισαν οι Έλληνες, εν τούτοις το όνομα Έλλην ταχύτατα συνέπεσε με την έννοια ειδωλολάτρης, μη Χριστιανός, και συχνότατα εις τα συναξάρια λέγεται περί μαρτύρων ‘’πατρός μεν Έλληνος, μητρός δε χριστιανής’’ (και όταν πρόκειται περί Σύρων μη ελληνοφώνων!). Αυτό το πνεύμα της εχθρότητος προς τον πνευματικόν Ελληνισμόν διετηρήθη, έως ότου η νέα θρησκεία κατωχυρώθη, επροστατεύθη ως επίσημος κρατική και απέκτησε τον αδιαπέραστο δογματικόν κλοιόν ως δακτύλιον προστασίας.»

Από το βιβλίο του Δημήτρη Ι. Λάμπρου ‘’Τα υβριστικά κατά των Ελλήνων επίσημα κείμενα της Ορθοδοξίας’’ έκδοση του Περιοδικού ‘’Δαυλός’’ σελ. 91 αντιγράφουμε τι γράφει η Ελένη Γλυκατζή Ahrweiler (καθηγήτρια της Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Α’ του Παρισιού), εις την «Ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους» Εκδοτική Αθηνών Τόμος Ζ’ σελ. 16-17.

«Κατατρεγμένο από τη νέα θρησκεία (όπως αναφέρθηκε, κάθε ελληνικό ταυτίζεται στο Βυζάντιο με τον κόσμο των ειδώλων), παρά τις προσπάθειες των Πατέρων της εκκλησίας, να εντάξουν τις ηθοπλαστικές αξίες στα χριστιανικά πλαίσια, το πνεύμα του Αρχαίου Κόσμου θα βρει τελευταίο καταφύγιο στις φιλοσοφικές ομάδες – τα ονόματα του Συνεσίου, της Υπατίας, του Πρόκλου, του Δαμασίου έρχονται στο νου – που, παρ’ όλες τις αντιξοότητες των καιρών, εξακολουθούν να δρουν και να διδάσκουν με βάση την αρχαία σκέψη σε πόλεις των απόμακρων περιοχών στη Αίγυπτο, στην Κυρηναϊκή και, βέβαια, στη Αθήνα, της οποίας η Φιλοσοφική Σχολή παραμένει ανοικτή ως την εποχή του Ιουστινιανού, του τελευταίου ειδωλοδιώκτη βυζαντινού αυτοκράτορος. Δεν πρέπει πραγματικά να λησμονήται ότι τα δραστικά μέτρα κατά της ειδωλολατρίας, από τον 4ο ως τον 7ο αι., είχαν ως αποτέλεσμα να καταστρέψουν και να εξοστρακίσουν κάθε πνευματική εκδήλωση που δεν ήταν εμπνευσμένη από τις αξίες του Χριστιανισμού. Καταστροφές αρχαίων ναών, βίαιοι θάνατοι φιλοσόφων, ομαδικοί διωγμοί πνευματικών ανθρώπων, καταδίκες για μαγεία πιστών του αρχαίου πανθέου είναι φαινόμενα συνηθισμένα, χαρακτηρίζουν κυρίως την περίοδο μετά την βασιλεία του ‘’αποστάτη’’ Ιουλιανού και κορυφώνονται με την απόφαση του Θεοδοσιού Α’, να θέση εκτός νόμου τις αρχαίες λατρείες. Ο Λιβάνιος στον λόγο ‘’Περί ιερών’’, που απηύθυνε στον αυτοκράτορα, περιγράφει την έκπληξη, το δέος και την πικρία του αρχαιομαθημένου κόσμου για τα μέτρα που έλαβε ο Θεοδόσιος. Ο αρχαιοπρεπής άνθρωπος υποχρεώθηκε να υποταχθή στην τρομοκρατία που επέβαλε η νέα θρησκεία με τη συνδρομή του κράτους: έκτοτε ‘’του ιερείς δει σιγάν ή τεθνάναι…’’, θα γράψει με πικρία ο Λιβάνιος. Το έργο του Θεοδοσίου κατά του ειδωλολατρικού κόσμου συνέχισαν και συμπλήρωσαν οι διάδοχοί του και, όπως αναφέρει ο Ιωάννης της Εφέσου, ωλοκλήρωσε τελικά ο Ιουστινιανός.»

Βέβαια «οι προσπάθειες των Πατέρων της Εκκλησίας να εντάξουν τις ηθοπλαστικές αξίες του πνεύματος του αρχαίου κόσμου στα χριστιανικά πλαίσια» για τις οποίες μιλά αόριστα η Ε. Γλυκατζή Ahrweiler, δεν ήταν τόσο ειλικρινείς ούτε έτειναν στην διάσωση της διωκόμενης Ελληνικής Αλήθειας, χαρακτηρίζονταν από την δόλια επιδίωξη να πλαστογραφηθή μία σκέψη και ένας τρόπος ζωής ανώτερος από τον χριστιανικό, ο ελληνικός για να γίνει αποδεκτός από πνεύματα που αντιλαμβάνονταν την ασημαντότητα των εβραϊκών δογμάτων σε σύγκριση με την ελληνική σκέψη και τις ελληνικές αξίες. Ειδικώτερος στο θέμα αυτό ο Ν. Τωμαδάκης παρατηρεί τα εξής:

«Αν ο Μέγας Βασίλειος συνέγραφεν πραγματείαν περί του πως θα; Ωφελούντο οι παίδες εκ των ελληνικών συγγραμμάτων, δεν πρέπει να νομισθή ότι συνεβούλευεν εκεί ο Πατήρ της Εκκλησίας την νεότητα να εγκολπωθή τον στοχασμόν των κλασικών, κάθε άλλο. Εις βιβλία γέμοντα κακοδοξιών και μυθευμάτων εύρισκε πολλά επεισόδια, τα οποία είχον ηθικήν αξίαν και ηδύναντο να παιδαγωγήσουν και τους Χριστιανόπαιδας, ουδέν πλέον. Ο Βασίλειος και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες εσπούδασαν βεβαίως λαμπρά ελληνικά εις ελληνικάς σχολάς των Αθηνών και της Ανατολής, αλλ’ η επήρεια του εβραϊκού πνεύματος επ’ αυτών υπήρξε βαθεία. Από την κλασικήν φιλολογίαν χρησιμώτατος υπήρξεν εις αυτούς ο οπλισμός της ρητοτικής, της τέχνης, δ’ ης καθ’ ίσταντο ικανοί να αναπτύξουν την νέα θρησκεία , να πείσουν περί των δογμάτων της τους προσηλύτους και, το κυριώτερον, να ασκήσουν ηθικήν ευεργετικήν επίδρασιν επί της χριστιανικής κοινωνίας. Χάριν της ρητορικής εμελέτησαν τους Έλληνας συγγραφείς.

Επιτηδιότατον δ’ όργανον εύρον προς διάδοσιν των ιδεών των την Ελληνική γλώσσαν, προκειμένου να επικοινωνήσουν προς την εξηλληνισμένην πλήρως ανατολήν. Επομένως η προσέγγισης προς τον Όμηρον, τους Τραγικούς, τον Πίνδαρον, τον Πλάτωνα, τους κατ’ εξοχήν ποιητάς, δεν είχεν να τους δώση σχεδόν τίποτε, ειμή μόνον μυθολογούμενα αποκρουστικά και ψευδή. Το ωραίον, το αισθητικώς καλόν, δεν τους ενδιέφερεν, εφ’ όσον ήτο άσχετον προς το αληθές και συνηρμοσμένον προς το εθνικόν (ελληνικόν)… εις την φιλοσοφίαν οι Πατέρες κατέφευγον, εφ’ όσον αύτη ως θεραπαινίς της θεολογίας θα ηδήνατο να παράσχη εις αυτήν μεταφυσικήν τινα θεμελίωσιν, λογικήν κυρίως, ‘’σχολαστικήν’’ αποκληθείσαν»

Κάτω από την βαθειά επήρεια του Εβραϊκού Δογματικού Πνεύματος οι πνευματικοί ηγέτες του Βυζαντινού Κράτους σκυλεύουν το Ελληνικό Πνεύμα, αλλά ταυτόχρονα συκοφαντούν και προσπαθούν να εξευτελίσουν κάθε επίτευγμά του σε τομείς που δεν έχουν καμία σχέση με την θρησκευτική σύγκρουση μεταξύ Ελληνισμού και Εβραϊσμού, όπως η Ρητορική, τα Μαθηματικά, η Ιατρική κλπ.

Ο μεγαλύτερος βυζαντινός ποιητής Ρωμανός στον ύμνο του στην πεντηκοστή γράφει:»τι φυσώσι και βαμβεύουσιν οι Έλληνες, τι πλανώνται προς Πλάτωνα; τι Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή; τι Πυθαγόραν θρυλούσι τον δικαίως φιμωθέντα; τι δε μη τρέχουσι και σέβουσιν οις ενεφανίσθη πανάγιον πνεύμα.

Οι Ελληνικές ιδέες της αλήθειας της σκέψεως και της ελευθερίας της ομαδικής συνειδήσεως, όχι μόνον απουσιάζουν ολοκληρωτικά, αλλά αναθεματίζονται και επισύρουν το αβυσσαλέο μίσος, τον ολοκληρωτικό πόλεμο. Το Βυζάντιο δολοφόνησε και εξάλειψε την ελληνικότητα από τον κόσμο και έθαψε τον Ελληνισμό σαν τρόπο ζωής, σκέψεως και θεωρήσεως της αλήθειας, και παρόλο αυτά, το σύγχρονο Κράτος θεωρεί τον εαυτόν του συνέχεια του Βυζαντισμού και όχι του Κλασικού Ελληνισμού. Αποκαλείται Νέα Σιών, Νέα Ιερουσαλήμ, Ρωμαϊκόν, Ρωμανία… κληροδοτώντας και στους Έλληνες τις επαίσχυντες ονομασίες Ρωμιός και Ρωμιοσύνη, όχι όμως και Νέα Αθήνα, Νέα Σπάρτη. Αυτά ήταν οι οδηγίες και εντολές των εξουσιαστών της εποχής και οι εντολοδόχοι εκτελούσαν. Αλλά γιατί δεν αντέδρασε ο Ελληνισμός και το Απολλώνιο Φως ποδηγετήθηκε τόσο βάναυσα θα το αναλύσουμε εμπεριστατωμένα στο μέλλον. Επ’ αυτού μόνον τα ολίγα παρακάτω.

Έγκριτοι ιστορικοί φιλοσοφούντες για το ιστορικό γίγνεσθαι για τη αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας σπάζοντας αποδεικτικά τα κλισέ και τα κατ’ επίφαση δεδομένα της ιστοριογραφίας διαπιστώνουν ότι η ιστορική αλήθεια αποκρύπτεται και πληθαίνουν τα ερωτηματικά και οι εκπλήξεις για τα όσα έχουν συμβεί και συμβαίνουν στον κόσμο. Ένα από τα ερωτηματικά είναι, πως στο κέντρο του προαιώνιου Ελληνικού χώρου στην αποικία των Μεγαρέων στο Βυζάντιο κατασκευάσθηκε μια εξουσία ρωμαιο-εβραϊκής προελεύσεως και ιδεολογίας, με απόλυτη επιβολή για χίλια χρόνια και πλέον. Οι κατεστημένες ερμηνείες για την μεταφορά του κέντρου της δυνάμεως της Ρώμης και της εστίας του δογματισμού της Ιερουσαλήμ στην αρχαία μεγαρική αποικία του Βοσπόρου καταρρίπτονται αφ’ εαυτών, η αντίληψη ότι, όταν ιδρύθηκε το Βυζάντιο, ο Ελληνικός Κόσμος, η Ελληνικότητα ήταν νεκρή, αποτελεί «άλλοθι» των δολοφόνων της, δεδομένου ότι ο φόβος προς αυτήν κατέτρυχε τους τελευταίους μέχρι τέλους της κυριαρχίας τους – φόβος που εκφράσθηκε με τόσο μίσος, βία, αίμα και δόλο εναντίον παντός Ελληνικού.

«Το Βυζάντιο αποτέλεσε από τη γέννησή του ιδιότυπο ιστορικό παράδοξο φαινόμενο: είναι η μόνη αυτοκρατορία, που δεν κτίσθηκε πάνω στα ερείπια μιας άλλης, η μόνη που ήλθε στο κόσμο με μια κληρονομιά, άρα η μόνη που δεν είχε να αντιμετωπίση άμεσα τα προβλήματα της συστάσεως, αλλά τα πιο περίπλοκα της διατηρήσεως και της επιβιώσεως, και γι’ αυτό είναι η μόνη αυτοκρατορία που υπήρξε κράτος προτού γίνει έθνος.» Άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεθόδευσης των διαχρονικών παγκόσμιων εξουσιαστών και νταβατζήδων κατά της ανθρωπότητας με τα τόσα μεγαλεπίβολα σχέδιά τους.

Ο Ελληνικός Κόσμος και η Ελληνοσύνη το 324 που ιδρύθηκε το Βυζαντινό Κράτος, όχι μόνον δεν έπνεαν τα λοίσθια σαν πνεύμα και τρόπος ζωής, όπως προπαγανδίζουν όσοι θέλουν να δικαιολογήσουν την ιστορική δολοφονία του Ελληνισμού, γιατί χρειάσθηκαν 300 και πλέον χρόνια για την δολοφονία του με τις αποφάσεις του Ιουστινιανού αλλά με την ανεξάντλητη πολιτισμική ρωμαλαιότητά του είχε καταβάλει πνευματικά τη Ρώμη, όπως είναι πασίγνωστο.

Και το Ελληνικό Πνεύμα όχι μόνο δεν είχε χρεοκοπήσει, αλλά ήταν ακμαιότατο, ακόμη και στις μάζες του Ελληνικού Κόσμου, που «ζητούσαν σοφίαν» και είχαν τόσο προαχθεί πνευματικά, ώστε, όπως είναι γνωστό, μια νέα ανώτερη θρησκεία, η λατρεία των ιδεών της Αλήθειας της Ελευθερίας της Δικαιοσύνης, μια εξαληθευτική και ελευθερωτική θρησκεία, είχε αρχίσει ήδη να υποστασιοποιήται στα τελευταία χρόνια της Ελληνιστικής περιόδου, ο Νεοπλατωνισμός συνέχεια της Πλατωνικής, Πυθαγόριας και Ορφικής Θρησκείας, η Ελληνική Εθνική Θρησκεία. Αυτές της προοπτικές, την εξαλήθευση και την ελευθέρωση της ανθρωπότητας μέσω της Ελληνικής θεωρήσεως της ζωής και του Κόσμου, απέτρεψε η τεχνιτή, η εξουσιαστική κατασκευή του Βυζαντίου: το κλονιζόμενο πνεύμα της πολιτικής εξουσίας της Ρώμης και το διαλελυμένο, αποσυντεθειμένο δογματικό πνεύμα της Σιών, μπροστά στον κοινό κίνδυνο, συμμάχησαν, συνώμωσαν και εγκαταλείποντας τις κοιτίδες τους, συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και συνέπραξαν, για να δουλέψουν από κοινού για την νεκρανάστασή τους μέσω της καταστροφής του Ελληνισμού με όργανα τους αδαείς, αμόρφωτους και βέβηλους της εποχής καθιστώντας τους πυθίνια όργανα με βάση τα σκοταδιστικά δόγματα του Ιουδαιοχριστιανισμού του πίστευε, πίστευε, πίστευε.

8. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Όλα αυτά μας οδηγούν σε ένα συμπέρασμα. Απαξιώνουμε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τον δόγμα, την δόξα, κάθε δόγμα, κάθε δόξα και κάθε ορθή δόξα(ορθοδοξία) όχι μόνο διότι είναι στην κατωτάτη βαθμίδα νοητικής λειτουργίας και ορθολογισμού, όχι μόνον διότι αντιπροσωπεύει το σκότος αφού δεν στηρίζεται στην απόδειξη και τα αξιώματα του ορθολογισμού, ενώ ο Ορθός Λόγος στο φως, αλλά διότι επινοήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από τους παγκόσμιους διαχρονικούς και αρχέγονους γνωστούς εξουσιαστές «νταβατζήδες» της ανθρωπότητας σαν εργαλείο επιβολής υλικής, ζωικής, ψυχικής, διανοητικής και νοητικής βίας, τρομοκρατίας, ποδηγέτησης λαών υπό την μορφή των γνωστών μονοθεϊστικών θρησκειών, καταστροφών μνημείων, έργων τέχνης, συγγραμμάτων, επιστήμης, γενοκτονιών, εξόντωσης λαών εν ονόματι αυθαίρετων και αναπόδεικτων δογμάτων. Είναι η Γκαιμπελική ρήση ένα ψέμα για να είναι πιστευτό πρέπει να είναι μεγάλο. Όσο πιο μεγάλο είναι τόσο ο αμόρφωτός λαός θα διερωτάται, μα είναι δυνατόν να είναι ψέμα, εκκολαφθέντα και αυτό όπως και όλα τα άλλα δόγματα, από τα ίδια σκοταδιστικά και απάνθρωπα κέντρα εναντίον κάθε τι του Ελληνικού.

Το Εν, το Όντως Ον των Ελλήνων φιλοσόφων θεάται και νοείται τηλαυγής στο φως της αποδεικτικής λογικής χωρίς να κινδυνεύεις να πέσεις μέσα σε σκοτεινά σημεία συλλογιστικής, είναι απαύγασμα φιλοσοφικής και επιστημονικής μεθοδολογίας ανωτέρας ευφυΐας ανθρώπων, των ειδικών, των Ελλήνων φιλοσόφων και των επιστημόνων.

Ο χριστιανικός Θεός είναι ένα κατασκεύασμα συν τοις άλλοις και με κλοπιμαίες ιδέες από την Ελληνική γραμματεία, και μη σωστά κατανοηθείσες, από ημιμαθείς για αδαείς, για τον απλό λαό ο οποίος δεν γνωρίζει να σκέπτεται ορθά επί σοβαρών θεμάτων. Απεφάσισε δηλαδή ο Θεός και έτεκε τον μονογενή υιό του και επέλεξε σημείο από όλα τα δισεκατομμύρια Σύμπαντα το δικό μας και από όλους τους δισεκατομμύρια πλανήτες του Σύμπαντός μας την Γη, και από όλους τους τόπους της Γης διαχρονικά και τοπικά τον χρόνο 0 και το γνωστό χωριό. Εξετάσανε ότι δεν γεννήθηκαν στην Γη, ή κάπου σε άλλους πλανήτες κάποιοι άλλοι υιοί Θεού ανώτεροι από τον δικό τους; Ο Θεός και οι υιοί αυτού όχι μόνο δεν κατέβηκαν ποτέ στη Γη αλλά και να θέλουν δεν μπορούν και τα σχετικά που λέγονται περί των δυνατοτήτων του είναι δυνάμεις προτίστως του ιδίου του ανθρώπου ο οποίος δεν χρειάζεται τους ειδωλότυπους μεσάζοντες του χριστιανισμού οι οποίοι δεν αντιπροσωπεύουν ουδέν τι το οντολογικό εν αντιθέσει προς την Ελληνική Εθνική Θρησκεία η οποία αποδεικνύει τις θεολογικές θέσεις της για την οντολογική ύπαρξη των θεών της με αξιώματα, αποδείξεις και όχι με δόγματα Γκαιμπελικού τύπου (ένα ψέμα για να είναι πιστευτό πρέπει να είναι μεγάλο) διαχρονικά η ίδια ρήση πίστευε, πίστευε, πίστευε. Εννοιολογικές ασυναρτησίες και παραχαράξεις επί το ηπιότερο, οι οποίες όμως στην πορεία του χρόνου απεδείχθησαν μία βραδυφλεγής εννοιολογική και υλική βόμβα στο υπογάστριο του Ελληνισμού με την υποκίνηση αδαών και φανατισμένων ορδών, βανδάλων και βαρβάρων από τους «νταβατζήδες της ανθρωπότητας. Δεν κάνουμε νοητικό λάθος τον γνωρίζουν όλοι αυτό, πλην όμως αυτοί με έλεγχο των αμνοεριφίων και των ποιμένων του, πλουτίζουν και που το μόνο που μπορούν να λένε στη γραμμή της ρήσης του Γκαίμπελς είναι, πίστευε, πίστευε, πίστευε…

Η επιλογή μας είναι μία. Το Εν, το Όντως Ον έτσι όπως αποδεικνύεται και προσδιορίζεται από τους Έλληνες φιλοσόφους, την Ελληνική Εθνική Θρησκεία και Προκατακλυσμιαία Ελληνική Παράδοση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ-ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

2. ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ: ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ

3. ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ: ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

4. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΠΛΑΤΩΝΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ: ΠΡΟΚΛΟΣ

5. ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ‘’ΗΛΙΟΥ’’.

6. Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: ERVIN SCHRÖDINGER

7. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘’ΔΑΥΛΟΣ’’.

8. ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ: Α. ΘΕΟΔΩΡΟΥ